Οι επίσημες διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης της ΝΔ για εξάντληση της θητείας της, δεν καταργούν την «πολιτική αριθμητική», διότι ο πραγματικός χρόνος των εκλογών προσδιορίζεται από έναν «σύνθετο αλγόριθμο». Τη δημοσκοπική εικόνα, την οικονομία, τις δικαστικές εξελίξεις, τη δυνατότητα παραγωγής θετικής ατζέντας, την κατάσταση της αντιπολίτευσης και το διεθνές περιβάλλον.
Το πραγματικό ερώτημα επομένως, δεν είναι αν η κυβέρνηση της ΝΔ επιθυμεί να εξαντλήσει την τετραετία. Είναι εάν, όταν φτάσει στο κρίσιμο σημείο των αποφάσεων, θα θεωρήσει ασφαλέστερο, να συνεχίσει μέχρι την άνοιξη του 2027 ή να επιλέξει ένα εκλογικό παράθυρο το φθινόπωρο του 2026.
Οι δικαστικές υποθέσεις ως πολιτικός επιταχυντής
Η πρώτη και ίσως πιο απρόβλεπτη μεταβλητή αφορά τις πολιτικές, δικαστικές και κοινοβουλευτικές εξελίξεις γύρω από τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την τραγωδία των Τεμπών. Οι υποθέσεις αυτές δεν είναι απλώς, τρεις αυτοτελείς φάκελοι. Έχουν συγκροτήσει ένα ευρύτερο πολιτικό αφήγημα για τη λειτουργία των θεσμών, τη διαφάνεια, την κυβερνητική ευθύνη και το κράτος δικαίου. Κάθε νέα δίωξη, δικαστική απόφαση, αποκάλυψη ή κοινοβουλευτική διαδικασία, μπορεί να επηρεάσει το πολιτικό κλίμα πολύ περισσότερο από μια συνηθισμένη αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, «μετά συγχωρήσεως», συνεχίζει τις έρευνες και τις παραπομπές για οργανωμένη απάτη σε βάρος των ευρωπαϊκών γεωργικών κονδυλίων. Η εξέλιξη αυτή καθιστά δύσκολο για την κυβέρνηση να ελέγξει τον χρόνο, την έκταση και την επικοινωνιακή ένταση των αποκαλύψεων.
Για τον λόγο αυτό, το φθινόπωρο του 2026 μπορεί να λειτουργήσει ως διπλή πολιτική παγίδα. Από τη μία, ενδέχεται να συσσωρευθούν κρίσιμες δικαστικές και δικονομικές εξελίξεις. Από την άλλη, μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, ακριβώς πριν ή κατά τη διάρκεια αυτών των εξελίξεων, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια πολιτικής διαφυγής.
Η κυβέρνηση, συνεπώς, δεν αρκεί να υπολογίσει το περιεχόμενο των δικαστικών υποθέσεων. Πρέπει να υπολογίσει και το πώς θα εκληφθεί κοινωνικά η ίδια η επιλογή του χρόνου των εκλογών.
Η ΔΕΘ ως δοκιμή πολιτικής ανάκαμψης
Η δεύτερη μεγάλη μεταβλητή είναι η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης. Τα μέτρα που θα ανακοινωθούν δεν θα αξιολογηθούν μόνο ως οικονομική πολιτική. Θα αποτελέσουν δοκιμή για το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί να ανακτήσει πολιτική πρωτοβουλία απέναντι στην ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, την πίεση των εισοδημάτων και τη συσσωρευμένη κόπωση της μεσαίας τάξης.
Εάν οι παρεμβάσεις της ΔΕΘ δημιουργήσουν ένα ισχυρό θετικό κύμα και καταγραφεί αισθητή δημοσκοπική ανάκαμψη, τότε θα μπορούσε να εμφανιστεί ένα σύντομο παράθυρο εκλογικού «αιφνιδιασμού».
Εάν, αντιθέτως, τα μέτρα θεωρηθούν ανεπαρκή, αποσπασματικά ή καθυστερημένα, η πρόωρη κάλπη θα γίνει πιο επικίνδυνη διότι, δεν θα έχουν αποτυπωθεί στα εισοδήματα και δεν θα έχουν παρουσιάσει χειροπιαστό αποτέλεσμα.
Η ΔΕΘ, επομένως, δεν αποτελεί αυτομάτως αφετηρία εκλογών. Αποτελεί τον πρώτο μεγάλο έλεγχο του εκλογικού αλγορίθμου.
Ο προϋπολογισμός ως πολιτική δέσμευση
Η τρίτη μεταβλητή είναι η ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027, η σύνδεσή του με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό και η συνέπεια του με το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό και Διαρθρωτικό Σχέδιο που εκτείνεται χρονικά, πέρα από τη θητεία της σημερινής κυβέρνησης. Δεν αρκεί φυσικά να ψηφιστεί μόνο ο προϋπολογισμός. Θα πρέπει να φανούν τα φορολογικά έσοδα, η ανάπτυξη, ο πληθωρισμός, η ανεργία, η πορεία των επιτοκίων, οι αξιολογήσεις των οίκων, η δυνατότητα ανακοίνωσης νέων παροχών.
Αυτό προσδίδει στον προϋπολογισμό του 2027 ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η κυβέρνηση μπορεί να επιδιώξει να τον ψηφίσει πριν από τις εκλογές, ώστε να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας και να καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το δημοσιονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί και η επόμενη κυβέρνηση.
Με άλλα λόγια, η εξάντληση του 2026 δεν προσφέρει μόνο περισσότερο κυβερνητικό χρόνο. Προσφέρει τη δυνατότητα να διαμορφωθεί μια οικονομική και δημοσιονομική «κληρονομιά» που θα δεσμεύει πολιτικά και τους αντιπάλους. Διαφορετικά, η κυβέρνηση μπορεί να τους «καλέσει» να εξηγήσουν με ποιον τρόπο θα αλλάξουν τις πολιτικές, χωρίς να παραβιάσουν τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Από αυτή την άποψη, οι εκλογές μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού και κατά τους πρώτους μήνες του 2027, εμφανίζουν ισχυρή πολιτική λογική.
Η γεωπολιτική μεταβλητή και η Τουρκία
Η πέμπτη μεταβλητή αφορά το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον και κυρίως την Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη διεθνή σταθερότητα και την εμπειρία διαχείρισης κρίσεων ως βασικό εκλογικό πλεονέκτημα της!! Ωστόσο, η γεωπολιτική μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Μια σοβαρή ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, μια ευρωπαϊκή απόφαση που ενισχύει δυσανάλογα τον ρόλο της Τουρκίας ή μια κρίση στην περιοχή, μπορεί, είτε να συσπειρώσει το εκλογικό σώμα γύρω από την κυβέρνηση είτε να καταστήσει πολιτικά και θεσμικά απαγορευτική μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι, συνεπώς, μια μεταβλητή που ελέγχεται αποκλειστικά από το Μέγαρο Μαξίμου. Είναι ο παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει όλους τους υπόλοιπους υπολογισμούς.
Η ευρωπαϊκή προεδρία περιορίζει τον χρόνο
Υπάρχει μια επιπλέον παράμετρος που θα συμπεριλήφθη στον εκλογικό αλγόριθμο. Εκείνης της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την 1η Ιουλίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.
Η άνοιξη του 2027, δεν είναι απλώς μια γενική χρονική αναφορά. Αποτελεί το τελευταίο σχετικά ασφαλές παράθυρο ώστε να ολοκληρωθεί η εκλογική διαδικασία, να σχηματιστεί κυβέρνηση και να προετοιμαστεί η ελληνική προεδρία.
Η προεδρία ενισχύει το ενδεχόμενο εκλογών μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 2027, αλλά συγχρόνως αυξάνει την πίεση προς την κυβέρνηση. Όσο πλησιάζει το καλοκαίρι, τόσο μειώνονται τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών.
Η στρατηγική της πολιτικής κόπωσης
Η τελευταία μεταβλητή αφορά την ίδια την αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση έχει συμφέρον να παρατείνει την περίοδο αβεβαιότητας, να υποχρεώνει τα αντιπολιτευόμενα κόμματα να βρίσκονται σε διαρκή εκλογική ετοιμότητα και να τα οδηγεί σε πρόωρη κατανάλωση πολιτικού κεφαλαίου. Οι συνεχείς συζητήσεις για συνεργασίες, ηγεσίες, «κοστολογημένες» πολιτικές, νέους φορείς και υποψηφιότητες, μπορεί να προκαλούν φθορά πριν ακόμη ξεκινήσει επίσημα η προεκλογική περίοδος.
Ιδιαίτερη θέση στον υπολογισμό αυτό, έχει η πολιτική κίνηση από τον Αντώνη Σαμαρά. Για την κυβέρνηση, η άνοιξη του 2027 προσφέρει περισσότερο χρόνο ώστε να αποδυναμώσει ή να ενσωματώσει ανταγωνιστικές κινήσεις στον χώρο της Κεντροδεξιάς.
Με τα σημερινά δεδομένα, η άνοιξη του 2027 παραμένει το πιθανότερο σενάριο. Επιτρέπει στην κυβέρνηση να ψηφίσει τον προϋπολογισμό, να αξιοποιήσει τα μέτρα της ΔΕΘ, να ολοκληρώσει ένα μέρος του κυβερνητικού έργου και να οδηγηθεί στις κάλπες πριν από την ελληνική προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Οι παράμετροι φυσικά που θα προσμετρηθούν μετά την ΔΕΘ, είναι η πρόσκαιρη δημοσκοπική ανάκαμψη, ο φόβος επιδείνωσης από τις δικαστικές υποθέσεις και η εκτίμηση ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι δεν είναι ακόμη έτοιμοι.
Τελικά, το κεντρικό δίλημμα του εκλογικού αλγορίθμου είναι εάν η κυβέρνηση επιλέξει την κάλπη, τη στιγμή του μεγαλύτερου δυνατού οφέλους ή τη στιγμή πριν από το μεγαλύτερο πιθανό κόστος.
Οι πολίτες, όμως, δεν είναι αριθμοί ενός κυβερνητικού αλγορίθμου. Και οι εκλογές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως τεχνική διαχείρισης δικαστικών υποθέσεων, πολιτικών αντιπάλων και δημοσκοπικών διακυμάνσεων. Είναι η στιγμή της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πότε συμφέρει την κυβέρνηση να γίνουν οι εκλογές. Είναι με ποιο πολιτικό, θεσμικό και κοινωνικό απολογισμό θα προσέλθει σε αυτές.
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι πρώην Υπουργός, Βουλευτής, ευρωβουλευτής)

























