Ραγδαίες και ανησυχητικές είναι οι εξελίξεις από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ πέρασε για δεύτερη φορά το κατώφλι του Λευκού Οίκου. Μια επανεκλογή που σάρωσε ένα κουρασμένο και βαθιά διχασμένο Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά και βρήκε πρόσφορο έδαφος σε μια Ευρώπη πολιτικά αποδυναμωμένη, χωρίς στρατηγική πυξίδα, παγιδευμένη σε αλλεπάλληλες δομικές και πολιτικές κρίσεις.
Τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, εχθρικά απέναντι στις «Βρυξέλλες» και απογοητευμένα από την αδυναμία της ΕΕ να προσφέρει, ασφάλεια, προοπτική και κοινωνική δικαιοσύνη, αποδείχθηκαν ευάλωτα στην επιθετική, «αρρενωπή» ρητορική του Τραμπ, καθώς και στην αντιμεταναστευτική και αυταρχική του ατζέντα. Η παρουσία του λειτούργησε ως καταλύτης για την ενίσχυση της ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, η κυβέρνηση Τραμπ επιδόθηκε σε μονομερείς και αλληλοσυγκρουόμενες παρεμβάσεις: από τη Γάζα και την Ουκρανία έως την αποδόμηση των διεθνών οργανισμών και συμμαχιών. Με όπλο τους δασμούς και τον οικονομικό εξαναγκασμό, αναδιένειμε τη γεωοικονομική και γεωπολιτική τράπουλα, επιχειρώντας να επιβάλει μια νέα ιεραρχία ισχύος. Μέχρι πρότινος, αυτές οι πρακτικές έβρισκαν συμμάχους κυρίως στις ακροδεξιές δυνάμεις της Ευρώπης.
Παράλληλα η Ευρώπη αισθανόταν ανίκανη, να αντιμετωπίσει τον Τραμπ είτε σε θέματα εμπορίου, ψηφιακής τεχνολογίας, είτε σε θέματα πολιτικών, στρατιωτικών και αμυντικών υποθέσεων, να αντικρούσει ηθικά και αμυντικά την Ρωσία. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, που δεν δεσμεύονται από καμία ηθική, πολιτική και στρατηγική υποχρέωση απέναντι στην Ρωσία και συνομιλούσε κατά το δοκούν…
Όλη αυτή την περίοδο ο «λαϊκισμός» στην ΕΕ συνέχιζε να τρέφεται από την κρίση ταυτότητας, την απόρριψη της παγκοσμιοποίησης, τις κοινωνικές και δημοσιονομικές αδικίες, αλλά και από τη διάχυτη αίσθηση ήττας ενός μεγάλου τμήματος της μεσαίας τάξης που βιώνει τον αποκλεισμό.
Ωστόσο, μετά τις απροκάλυπτες και προσβλητικές κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στην Ευρώπη, με αιχμή του δόρατος την υπόθεση της Γροιλανδίας, τίθεται πλέον ένα αμείλικτο ερώτημα: μπορούν ακόμη οι ευρωπαϊκές ηγεσίες να παρέχουν πολιτική κάλυψη;
Πώς είναι δυνατόν η ακροδεξιά, που αυτοπαρουσιάζεται ως υπερασπιστής της εθνικής κυριαρχίας, να δικαιολογεί τη λειτουργία της ως Δούρειος Ίππος ενός νέου αμερικανικού ιμπεριαλιστικού και αποικιοκρατικού αναθεωρητισμού; Πώς νομιμοποιείται η ανοχή της σε παζάρια κυριαρχίας και εδαφών, στο όνομα μιας «λύσης» για το Ουκρανικό που εξυπηρετεί αποκλειστικά τον ισχυρό;
Η στρατηγική της «απαγωγής» και του εξαναγκασμού που επιχειρείται να επαναληφθεί και στην περίπτωση της Γροιλανδίας, σηματοδοτεί την αρχή του τέλους του κόσμου της Ατλαντικής Συμμαχίας, όπως τον γνωρίζαμε. Εδραιώνει έναν αναθεωρητισμό a la carte, όπου το δίκαιο υποχωρεί μπροστά στη δύναμη και οι συμμαχίες μετατρέπονται σε εργαλεία επιβολής.
Από τις αρχές του 2026, η στάση της κυβέρνησης Τραμπ έχει μετατοπιστεί από το «συναλλακτικό» στο καθαρά «κυριαρχικό» επίπεδο. Με ωμότητα δηλώνεται πλέον η πρόθεση πολιτικής, ηθικής και οικονομικής αποδυνάμωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλήττοντας ευθέως τη Δημοκρατία και τις αξίες της. Η συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας» και «ευρωπαϊκής άμυνας» αποκαλύπτεται ως κενή περιεχομένου, όταν η Ευρώπη αδυνατεί να αντιδράσει ακόμη και απέναντι στην απειλή στέρησης εδαφών.
Το μάθημα από την πολυετή πλέον κρίση της Ουκρανίας που στοίχισε και την σταθερότητα της ΕΕ, είναι ότι «περιφερειακές περιοχές» μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε κεντρικά πεδία σύγκρουσης.
Η Γροιλανδία αναδεικνύεται σε κρίσιμο γεωπολιτικό κόμβο λόγω της κλιματικής αλλαγής, των κρίσιμων πρώτων υλών και του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων στην Αρκτική. Η εμπειρία της Ουκρανίας δείχνει ότι η καθυστερημένη εμπλοκή, η οικονομική εξάρτηση και η έλλειψη αποτροπής, δημιουργούν στρατηγικά κενά ενώ η απουσία έγκαιρης στρατηγικής αυξάνει το κόστος αντίδρασης.
Ο εκβιασμός «Γροιλανδία για την Ουκρανία» είναι στρατηγικά και πολιτικά τοξικός. Η παραχώρηση ευρωπαϊκού εδάφους, υπό την πίεση ενός συμμάχου, υπονομεύει κάθε μελλοντική εγγύηση ασφάλειας. Η προστασία της Ουκρανίας δεν επιτυγχάνεται με ανταλλαγές κυριαρχίας αλλά με την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και την αποτροπή παράνομων επιθετικών ενεργειών από οποιονδήποτε.
Αν η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη να υπερασπιστεί το έδαφος ενός κράτους-μέλους ακόμη και απέναντι σε έναν «σύμμαχο», τότε στην πράξη παραιτείται από τον ρόλο της ως διεθνούς δύναμης και αποδέχεται τη θέση του προτεκτοράτου. Η προληπτική και συλλογική αντίσταση δεν είναι επιλογή πολυτέλειας· είναι όρος πολιτικής ύπαρξης. Η ΕΕ καλείται να συνδυάσει οικονομική παρουσία, πολιτική στήριξη και συντονισμό ασφάλειας.
Οι πολιτικές επιλογές ΕΕ πρέπει να είναι συνθετικές και άμεσες. Έχει σημαντικά ευρωπαϊκά εργαλεία αλλά και διεθνείς συμμαχίες που μπορεί να ενεργοποιήσει ή να τις πείσει ότι είναι αξιόπιστος και ισχυρός παράγοντας. Ότι θέλει να βρει ξανά τους δεσμούς της με την διεθνή κοινότητα. Στα πλαίσια αυτά, ας αποφασίσει και σχεδιάσει:
- Πρόωρη και θεσμική εμπλοκή της ΕΕ με τη Γροιλανδία, πέραν της διμερούς σχέσης μέσω Δανίας.
- Ευρωπαϊκή στρατηγική για κρίσιμες πρώτες ύλες, με επενδύσεις και μακροπρόθεσμα συμβόλαια.
- Συντονισμό ασφάλειας με ΝΑΤΟ, με έμφαση στην αποτροπή χαμηλής έντασης.
- Στήριξη τοπικής κοινωνίας και θεσμών, ώστε να ενισχυθεί η πολιτική και κοινωνική ανθεκτικότητα
- Διαμόρφωση ενιαίας στρατηγικής Αρκτικής της ΕΕ, αποφεύγοντας αποσπασματικές εθνικές πρωτοβουλίες
Η Γροιλανδία αποτελεί προειδοποιητικό τεστ στρατηγικής ωριμότητας για την ΕΕ. Η Γροιλανδία ως Ουκρανία της Αρκτικής είναι το τέλος των ευρωπαϊκών ψευδαισθήσεων. Απαιτείται, έγκαιρη, συντονισμένη και προληπτική ευρωπαϊκή εμπλοκή, ώστε να αποφευχθούν μελλοντικά σενάρια κρίσης αντίστοιχα με την ουκρανική εμπειρία
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια πρόκληση ιστορικής σημασίας.
Οφείλει να εγκαταλείψει τις ψευδαισθήσεις της, να αναγνωρίσει τον νέο αυταρχικό και αποικιακού τύπου επεκτατισμό των ΗΠΑ του Τραμπ. Να επαναπροσδιορίσει τις συμμαχίες της. Να στραφεί στον υπόλοιπο κόσμο, ιδίως στον Παγκόσμιο Νότο, όχι με όρους εκμετάλλευσης αλλά ισοτιμίας, πολυμέρειας και κοινής ασφάλειας.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει μια «Ευρώπη-Φρούριο». Οφείλει να υπερασπιστεί το διεθνές δίκαιο ως θεμέλιο της ειρήνης και της Δημοκρατίας. Να μιλήσει, να δράσει, να αντισταθεί.
Η πρόκληση της εποχής μας είναι η ανθεκτικότητα της Δημοκρατίας απέναντι στο ανελεύθερο, σκοταδιστικό και φασιστικό κύμα που διογκώνεται. Οι Ευρωπαίοι πολίτες κρατούν ακόμη το κλειδί της ιστορίας. Μπορούν να ανατρέψουν την κοινωνική εσωστρέφεια, τους πολιτικούς συσχετισμούς, τις πρακτικές και συμμαχίες που οδηγούν σε αδιέξοδα και αποδυναμώνουν την Δημοκρατία.
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι π. Υπουργός, βουλευτής και Ευρωβουλευτής)

























