Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ακόμη ένα πλαφόν στις τιμές των τροφίμων. Δεν είναι όμως το πλαφόν, η είδηση. Είναι, η ομολογία της αποτυχίας. Η είδηση είναι ότι, έξι χρόνια μετά, παραδέχεται πως η αγορά που η ίδια άφησε να λειτουργήσει χωρίς ουσιαστική διαχείριση, χρειάζεται συνεχώς, επιπλέον διοικητικές παρεμβάσεις για να συγκρατηθούν οι τιμές. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση διαχειρίστηκε τις συνέπειες, χωρίς να αλλάξει τους κανόνες που τις παράγουν.
Σε αρκετές δε περιπτώσεις, λειτούργησε και ως μηχανισμός συντήρησης ή και ενίσχυσης των πληθωριστικών πιέσεων. Η κυβέρνηση «τρέχει» πίσω από τις τιμές και αντιμετωπίζει τον πληθωρισμό ως «φυσικό φαινόμενο». Που δεν είναι! Είναι και πολιτικό αποτέλεσμα των ανεπαρκών παρεμβάσεων της.
Η κυβέρνηση «έπεσε» πολιτικά, στον φαύλο κύκλο της αυτορρύθμισης των αγορών. Όταν επιτρέπει τη συνεχή συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, όταν η παρέμβαση γίνεται αφού οι υψηλές τιμές έχουν ήδη διαμορφωθεί, όταν η πολιτική περιορίζεται σε επιδόματα και πλαφόν πάνω σε ήδη υψηλές τιμές, ουσιαστικά, νομιμοποιεί μια νέα κερδοσκοπική αφετηρία της αγοράς αντί να αποκαθιστά τον πραγματικό ανταγωνισμό.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη αντίφαση του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού της κυβέρνησης. Υποστήριξε την αυτορρύθμιση της αγοράς, αλλά κατέληξε σε συνεχείς έκτακτες παρεμβάσεις επειδή ποτέ δεν επεδίωξε οικοδόμησε πραγματικούς θεσμούς ανταγωνισμού.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση.
Όχι περισσότερη κρατική γραφειοκρατία.
Όχι επιστροφή στον κρατικό καθορισμό των τιμών.
Αλλά ούτε και την αφελή αντίληψη ότι οι αγορές αυτορυθμίζονται.
Η Ελλάδα, χρειάζεται δημοκρατική διακυβέρνηση των αγορών.
Η νέα πολιτική αντιπαράθεση του 21ου αιώνα δεν βρίσκεται ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Βρίσκεται ανάμεσα σε αγορές που κυβερνώνται από τους ισχυρότερους οικονομικούς παίκτες και σε αγορές που λειτουργούν μέσα σε δημοκρατικά καθορισμένους κανόνες, με διαφάνεια, πραγματικό ανταγωνισμό και λογοδοσία.
Η δημοκρατική διακυβέρνηση των αγορών είναι η πολιτική διαδικασία με την οποία η δημοκρατία καθορίζει τους κανόνες, τα κίνητρα και τους θεσμούς μέσα στους οποίους λειτουργούν οι αγορές, ώστε η οικονομική ανάπτυξη να συμβαδίζει με τον ανταγωνισμό, την κοινωνική δικαιοσύνη, την καινοτομία και τη βιωσιμότητα.
Η διακυβέρνηση των αγορών σημαίνει ότι το κράτος παύει να λειτουργεί ως παθητικός παρατηρητής ή ως πυροσβέστης των κρίσεων. Αναλαμβάνει τον ρόλο του στρατηγικού σχεδιαστή. Δημιουργεί θεσμούς, αξιοποιεί την τεχνολογία, οργανώνει τη διαφάνεια, ενεργοποιεί την επιστημονική γνώση και διαμορφώνει οικονομικά κίνητρα που ευθυγραμμίζουν την ιδιωτική επιχειρηματικότητα με το δημόσιο συμφέρον.
Η αρχή μπορεί να γίνει από τα τρόφιμα, γιατί εκεί η ακρίβεια δεν είναι απλώς οικονομικός δείκτης. Είναι καθημερινή, κοινωνική, πίεση. Χρειάζεται ένας μόνιμος μηχανισμός διακυβέρνησης της αγροδιατροφικής αγοράς, με τρεις άμεσες λειτουργίες που μεταφράζεται σε τρεις μεγάλες μεταρρυθμίσεις.
Πρώτον: Πλήρη ψηφιακή ιχνηλασιμότητα σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Ο παραγωγός, η μεταποίηση, η διακίνηση και το λιανεμπόριο οφείλουν να συμμετέχουν σε ένα ενιαίο σύστημα διαφάνειας, ώστε ο έλεγχος να γίνεται σε πραγματικό χρόνο και όχι εκ των υστέρων.
Δεύτερον: Δίκαιη Κατανομή της Προστιθέμενης Αξίας με μόνιμα Παρατηρητήρια Αλυσίδας Αξίας, που θα παρακολουθούν το πραγματικό κόστος παραγωγής και τις μεταβολές των περιθωρίων κέρδους. Όχι για να καθορίζει το κράτος τις τιμές, αλλά για να αποτρέπει την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης και να ενεργοποιεί έγκαιρα τους μηχανισμούς ανταγωνισμού.
Τρίτον: Πράσινα standard και Κυκλική Οικονομία με αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων συμπεριλαμβανομένης και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, όχι ως απλής επιδότησης εισοδήματος αλλά ως εργαλείου μετασχηματισμού της αγροδιατροφικής οικονομίας. Οι ενισχύσεις μπορούν να συνδέονται με συνεργασίες παραγωγών, με διαφάνεια στην αγορά, με την κυκλική οικονομία, με τη μείωση της σπατάλης τροφίμων και με την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η διακυβέρνηση αγορών θα μπορούσε να είναι πράξη μιας νέας προοδευτικής πολιτικής, με την Δημιουργία ενός Εθνικού Μηχανισμού Διακυβέρνησης Αλυσίδων Αξίας, αρχικά στα τρόφιμα. Στη συνέχεια θα μπορούσε στην ενέργεια, στη στέγαση, στις τράπεζες, στις ψηφιακές πλατφόρμες.(Αναλυτικό άρθρο μου με τίτλο : Η αναδιάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων, στην Ναυτεμπορική,17-04-2026).
Η πρόταση της δημοκρατικής διακυβέρνησης των αγορών δεν γεννιέται σε πολιτικό κενό. Αποτελεί τη σύνθεση και μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής εξέλιξης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμη και μέσα στην δύνη των υπαρξιακών της προβλημάτων, των μελλοντικών διεθνών προκλήσεων και των πολλαπλών εθνικών πολιτικών, έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από το δόγμα της πλήρους αυτορρύθμισης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καταργεί τις αγορές. Επιδιώκει να διαμορφώνει τους κανόνες λειτουργίας τους.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντικατασταθεί η αγορά από το κράτος αλλά να εξασφαλιστεί ότι, η αγορά υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Είναι η αναγνώριση ότι, οι αγορές χρειάζονται δημοκρατικούς, ανοικτούς κανόνες, θεσμούς και στρατηγική κατεύθυνση.
Φυσικά, καμία πολιτική και δη προοδευτική πολιτική, δεν μπορεί πλέον να διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσα στα εθνικά σύνορα. Οφείλει να συνομιλεί με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, τα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα, να αντλεί από τις καλύτερες πρακτικές και να συνδιαμορφώνει νέες ιδέες για μια αγορά με ίσους όρους, που δεν θα κυβερνάται από το κεφάλαιο αλλά και από τη δημοκρατία. Η φορολογική πολιτική και μεταρρύθμιση, τότε μόνο θα μπορούσε να έχει σημαντικά και μετρήσιμα αποτελέσματα για την ίδια την κοινωνία και οικονομία.
Στα πλαίσια ενός ευρύτερου πολιτικού διαλόγου και στα πλαίσια μιας ευρύτερης σύγχρονης προοδευτικής πολιτικής, η Δημοκρατική Διακυβέρνηση των Αγορών, η «Κοινωνική Δημοσιονομική Συμφωνία για την Υπεραπόδοση»(άρθρο μου efsyn 29-06-26), μπορεί να διαμορφώσουν μεταξύ των άλλων ένα εναλλακτικό σύγχρονη αφήγημα διακυβέρνησης.
Είναι η επιλογή ανάμεσα σε μια οικονομία που αφήνει τις ανισότητες να αυτοαναπαράγονται και σε μια οικονομία που υπηρετεί τη συνοχή, την ανάπτυξη και το δημόσιο συμφέρον.
Αυτή είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση που χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα.
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι πρ. Υπουργός, βουλευτής και ευρωβουλευτής)





























