Το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότεροι αναγνώστες δε θα γνωρίζουν ποιος είναι ο Θεόδωρος Καρακκότας. Ίσως όμως γνωρίζουν κάποιους από τους συναδέλφους του, αυτούς που κρατάνε καθημερινά, με τη σκληρή δουλειά τους, τις πόλεις μας όρθιες και λειτουργικές και τις γειτονιές μας καθαρές. Ο Καρακκότας ήταν ένας από αυτούς που ξημεροβραδιάζουν πάνω στα απορριμματοφόρα μαζεύοντας κάδους και σκουπίδια από το δρόμο, προστατεύοντας τη δημόσια υγεία και την ποιότητα ζωής στις ανθρώπινες πόλεις, την ώρα που οι κάτοικοι της κοιμούνται. Είναι ένας από τους σχεδόν 25-30.000 αόρατους και κακοπληρωμένους εργάτες καθαριότητας, αυτούς τους μικρούς ήρωες της καθημερινότητας μιας κοινωνίας που αγνοεί ποιοι, πως και με τι συνθήκες μαζεύουν τα βουνά απορριμμάτων που καθημερινά παράγονται.
Ο Θεόδωρος Καρακκότας έγινε γνωστός στις 22 Απριλίου του 2026, όταν ένας άλλος αόρατος, ένας 46χρονος άστεγος είχε βρει καταφύγιο μέσα σε έναν κάδο σκουπιδιών στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, γιατί ήθελε να ζεσταθεί. Όταν το απορριμματοφόρο σήκωσε τον κάδο και τον άδειασε στη χοάνη, ο άστεγος άντρας βρέθηκε κυριολεκτικά ένα βήμα πριν την πολτοποίηση του από την πρέσα του απορριμματοφόρου. Δύο εργαζόμενοι στην αποκομιδή απορριμμάτων, ο Θεόδωρος Καρακκότας και ο Αναστάσιος Μασκουλίδης, τον αντιλήφθηκαν την τελευταία στιγμή. Σταμάτησαν το μηχάνημα, τον τράβηξαν έξω και του έσωσαν τη ζωή.
Έναν ακριβώς μήνα αργότερα, στις 22 Μαΐου του 2026, ο Θεόδωρος Καρακκότας υπέστη βαρύτατο καρδιακό επεισόδιο την ώρα που φόρτωνε κάδους απορριμμάτων στο απορριμματοφόρο. Μετά από δεκαπέντε μέρες παραμονής στη ΜΕΘ του νοσοκομείου «Παπανικολάου», στις 7 Ιουνίου του 2026, η καρδιά του δεν άντεξε και σταμάτησε.
Όταν οι δύο εργάτες καθαριότητας έσωσαν τον άστεγο από βέβαιο θάνατο, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης τους υποδέχθηκε στο δημαρχείο και αρκετοί επώνυμοι στριμώχτηκαν για χειραψίες και φωτογραφίες μαζί τους. Κανένα, όμως, φλας δε φώτισε την είδηση του θανάτου του Καρακκότα, με φωτεινή εξαίρεση ένα άρθρο του Απόστολου Λυκεσά στην Εφημερίδα των Συντακτών. Και από το άρθρο αυτό μάθαμε ότι ο Καρακκότας ήταν συμβασιούχος του προγράμματος ΔΥΠΑ «55-67 1+1», ένα πρόγραμμα που προσλαμβάνει ανθρώπους μιας ηλικίας που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα σκέφτονταν τη σύνταξη, για να κάνουν χειρωνακτική εργασία σε νυχτερινές βάρδιες αποκομιδής. Ο άνθρωπος βρισκόταν στις τελευταίες μέρες της σύμβασής του και αν ήθελε να προσληφθεί ξανά, θα έπρεπε να κάνει προσφυγή στα δικαστήρια.
Αναπάντητα παραμένουν τα ερωτήματα που έχουν συγκεκριμένα τεθεί από συνδικαλιστές του χώρου. Πώς είναι δυνατόν να προσλαμβάνονται εργαζόμενοι σε τέτοια ηλικία για να δουλέψουν σε επίπονες εργασίες και δύσκολες βάρδιες, χωρίς να τους γίνονται οι απαραίτητες προληπτικές ιατρικές εξετάσεις που προβλέπονται ακόμα και από τη νομοθεσία; Και μήπως αυτή η συστηματική αμέλεια προληπτικών εξετάσεων των εργαζόμενων σε τέτοια βαριά και ανθυγιεινή δουλειά υποδηλώνει βαρύτατες ευθύνες των εμπλεκόμενων διοικήσεων σε κάθε Δήμο;
Η αξία των απαξιωμένων
Στα ερωτήματα αυτά κανένας αρμόδιος δε βρήκε το φιλότιμο να απαντήσει. Ίσως γιατί στην ελληνική κοινωνία το πρόβλημα των απορριμμάτων κρύβεται με πολλούς τρόπους κάτω από το χαλί και το ίδιο ακριβώς γίνεται και με αυτούς τους εργαζόμενους. Πολλοί ντρέπονται να πουν ότι δουλεύουν σε απορριμματοφόρα. Στα κοινωνικά στερεότυπα το να γίνεις «σκουπιδιάρης» είναι κατάντια. Όλα δείχνουν μία υποτίμηση και μία απαξίωση των εργαζόμενων στην καθαριότητα. Το ίδιο φαίνεται και από τους μισθούς τους.
Ένας εργάτης αποκομιδής σε δήμο, μόνιμος, ΥΕ, με το ανθυγιεινό επίδομα, βγάζει περίπου 1.000 με 1.200 ευρώ καθαρά τον μήνα. Ένας συμβασιούχος της ΔΥΠΑ όπως ο Καρακκότας πληρωνόταν με τον κατώτατο μισθό: 880 ευρώ μικτά, γύρω στα 750 ευρώ καθαρά. Ένας οδηγός απορριμματοφόρου με δεκαετίες υπηρεσίας φτάνει τα 1.300 - 1.500 ευρώ καθαρά. Στον ιδιωτικό τομέα (εργολαβικές εταιρείες καθαρισμού νοσοκομείων και κτιρίων) οι εργαζόμενοι παίρνουν σχεδόν χωρίς εξαίρεση τον κατώτατο μισθό, χωρίς το ανθυγιεινό επίδομα του Δημοσίου, με συχνές καταγγελίες παραβίασης αργιών και υπερωριών. Η απαξίωση αντανακλάται
Ωστόσο, σε αντίθεση με ένα κλασσικό στερεότυπο, ο μισθός των εργαζόμενων στην καθαριότητα είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με την κοινωνική αξία που μας προσφέρουν. Για την ακρίβεια, συγκρίνοντας το μισθό και την κοινωνική χρησιμότητα διαφόρων επαγγελμάτων γίνεται σαφές ότι κάτι πάει πολύ στραβά στις κοινωνίες μας.
Όσον αφορά την χρησιμότητα, ας σκεφτούμε ότι αν οι εργάτες καθαριότητας δε μαζέψουν τα σκουπίδια για 2-3 μέρες, η ζωή στις πόλεις γίνεται πρακτικά αβίωτη. Μία απεργία μερικών ημερών από τους εργάτες καθαριότητας οδηγεί κάθε πόλη σε παράλυση και συχνά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ποιος άραγε θα πάρει χαμπάρι αν κάνουν ένα μήνα απεργία οι διαφημιστές, οι τηλεπωλητές, οι χρηματο-οικονομικοί σύμβουλοι και οι σύμβουλοι δημοσίων σχέσεων; Και από ποιους ανθρώπους θα λείψουν οι υπηρεσίες τους;
Ζούμε σε κοινωνίες στις οποίες κυριαρχούν και προβάλλονται με λάμψη πραγματικά άχρηστα επαγγέλματα, που δεν δημιουργούν κανέναν κοινωνικό ή κοινό πλούτο και υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη. Είναι καιρός να απελευθερωθούμε από το δόγμα ότι κάθε εργασία έχει νόημα. Και, αν το καταφέρουμε αυτό, θα απαλλαγούμε και από την πλάνη ότι οι μισθοί αντανακλούν την κοινωνική αξία κάθε δουλειάς.
Οι σκουπιδιάρηδες αξίζουν περισσότερο από τους τραπεζίτες
Το 2009 το βρετανικό New Economics Foundation (NEF) δημοσίευσε μια ανατρεπτική έρευνα με τίτλο “A Bit Rich”. Η μελέτη αυτή μέτρησε ποια είναι η κοινωνική αξία διαφορετικών επαγγελμάτων και στη συνέχεια συσχέτισε το μισθό κάθε επαγγέλματος με την αξία που παράγεται ή καταστρέφεται για όλη την κοινωνία. Τα αποτελέσματα που προκύπτουν μας αναγκάζουν να αναποδογυρίσουμε τα στερεότυπα που κυριαρχούν.
Πάρτε για παράδειγμα έναν τραπεζίτη (City banker) στο Λονδίνο, με μισθό από 500.000 έως 10 εκατομμύρια ευρώ, ετησίως. Η έρευνα έδειξε ότι για κάθε 1 ευρώ μισθού καταστρέφει 7 ευρώ κοινωνικής αξίας, κυρίως μέσω των συστημικών κρίσεων στις οποίες έμπρακτά συνεισφέρει, όπως αυτή του 2008. Φαντάζομαι ότι αν κάνουμε την αναγωγή στην καταστροφή και την υπερχρέωση που έχουν προκαλέσει οι Έλληνες τραπεζίτες, το αποτέλεσμα θα είναι ότι για κάθε 1 ευρώ που παίρνουν μισθό καταστρέφουν 50 ευρώ κοινωνικής αξίας, τουλάχιστον.
Ένα στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας για κάθε ευρώ μισθού καταστρέφει 11,50 ευρώ κοινωνικής αξίας, προωθώντας άχρηστα προϊόντα, υπερκατανάλωση, χρέωση νοικοκυριών και ψυχολογική δυσφορία. Και βεβαίως, οι ακριβοπληρωμένοι λογιστές και φοροτεχνικοί που εξειδικεύονται στη φοροαποφυγή και τις off shore καταστρέφουν 47 ευρώ κοινωνικής αξίας ανά ευρώ μισθού. Γιατί κάθε ευρώ που γλιτώνει για τον εργοδότη του είναι ένα ευρώ που λείπει από νοσοκομεία, σχολεία και υπηρεσίες καθαριότητας.
Στην άλλη πλευρά του φάσματος, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, ο εργάτης καθαριότητας και ανακύκλωσης παράγει 12 ευρώ κοινωνικής αξίας για κάθε 1 ευρώ μισθού. Ο καθαριστής νοσοκομείου παράγει 10 ευρώ και ο εργαζόμενος στην παιδική φροντίδα 9,43 για κάθε 1 ευρώ μισθού.
Πως όμως προκύπτει ότι ο εργάτης ανακύκλωσης παράγει δωδεκαπλάσια αξία από όση πληρώνεται; Οι ερευνητές συνυπολόγισαν και αυτά που συνήθως μένουν αόρατα και δεν αποτιμώνται: τη ρύπανση που αποτρέπεται με κάθε τόνο που συλλέγεται ή ανακυκλώνεται, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος που γλιτώνουν οι γειτονιές, τα οφέλη από την προστασία της δημόσιας υγείας, την αξία των υλικών που επιστρέφουν στην οικονομία αντί να θαφτούν. Όλα αυτά μεταφράστηκαν σε χρηματικά ισοδύναμα και διαιρέθηκαν με τον μισθό του. Και κάπως έτσι προέκυψε ότι για κάθε ευρώ που λαμβάνει, δίνει πίσω στην κοινωνία πάνω από δώδεκα.
Νομίζω ότι τα παραπάνω συνάδουν απόλυτα με την εμπειρία μας την περίοδο της πανδημίας. Στη διάρκεια των λοκάουτ μάθαμε καλά ποιοι κρατούσαν την κοινωνία ζωντανή. Ήταν οι νοσηλευτές, οι ταμίες σούπερ μάρκετ, οι διανομείς, οι οδηγοί λεωφορείων και οι εργάτες αποκομιδής απορριμμάτων που κρατάγανε τις πόλεις λειτουργικές, με κίνδυνο για τη δική τους υγεία. Τους είπαμε «ήρωες». Χειροκροτήσαμε από τα μπαλκόνια. Όταν η πανδημία πέρασε, τους ξεχάσαμε. Δεν αυξήσαμε τους μισθούς τους, δεν βελτιώσαμε τις συνθήκες εργασίας τους, δεν αγοράσαμε νέα απορριμματοφόρα, δεν προβλέψαμε καν προληπτικές ιατρικές εξετάσεις για 59χρονους που μπαίνουν στη νυχτερινή βάρδια.
Ότι λάμπει είναι… λάθος
Τα πράγματα φαίνεται να δικαιώνουν τον Αμερικάνο ανθρωπολόγος David Graeber. Στο βιβλίο του «Bullshit Jobs», διατύπωσε εμφατικά αυτό που η μελέτη του NEF επιβεβαίωσε με νούμερα: Η κοινωνική αξία της εργασίας είναι συνήθως αντιστρόφως ανάλογη με την οικονομική της αξία - όσο περισσότερο ωφελεί η δουλειά σου τους άλλους, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να πληρωθείς δίκαια γι' αυτήν.
Ο Graeber διακρίνει δύο τύπους επαγγελμάτων. Τις «shit jobs», τις δουλειές που είναι βρώμικες, χειρωνακτικές, πληρώνονται με την ώρα, αλλά αφορούν εργασία που χρειάζεται να γίνει και σαφώς ωφελεί την κοινωνία. Και τις «bullshit jobs», τις δουλειές που είναι γραφειοκρατικές, πληρώνονται με μηνιαίο μισθό, αλλά είναι τόσο εντελώς άσκοπες ή επιζήμιες που ακόμα και ο ίδιος ο εργαζόμενος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή τους.
Ο Θεόδωρος Καρακκότας έκανε μια δουλειά αναγκαία, μετρήσιμη, με αρχή, μέση και τέλος και απτά αποτελέσματα κάθε νύχτα. Δουλειά που μετριέται σε τόνους σκουπιδιών, σε καθαρούς δρόμους, σε αποτραπείσες επιδημίες. Οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα αφήνουν ένα σημαντικό και κοινωνικά θετικό αποτύπωμα στον κόσμο μας. Πολλοί από αυτούς όμως αμείβονται με τον κατώτατο μισθό μέσω ενός προσωρινού προγράμματος απασχόλησης, χωρίς προληπτικές ιατρικές εξετάσεις, χωρίς προοπτική μονιμοποίησης.
Ακόμα χειρότερα, σε πολλές περιπτώσεις, δήμοι που οργανώνουν πολυδάπανες και λαμπερές συναυλίες αμφίβολης κοινωνικής χρησιμότητας τσιγκουνεύονται τα στοιχειώδη μέτρα ασφάλειας και προστασίας της υγείας των εργαζόμενων στην καθαριότητα, και όχι μόνο. Και κάπως έτσι τα τελευταία δέκα χρόνια, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΠΟΕ ΟΤΑ, ο αριθμός των νεκρών εργαζομένων στους Ο.Τ.Α. εν ώρα εργασίας έχει φτάσει τους ενενήντα ένα (91), ενώ οι σοβαρά τραυματίες αγγίζουν τους διακόσιους δέκα τέσσερις (214), με τη συντριπτική πλειοψηφία να είναι εργαζόμενοι στην καθαριότητα.
Ο Θεόδωρος Καρακκότας δεν έγινε ποτέ ήρωας στις τηλεοράσεις. Δεν τον υποδέχθηκαν δεύτερη φορά στο δημαρχείο. Στις 7 Ιουνίου, λίγες μέρες πριν τα 60α γενέθλιά του, η καρδιά του σταμάτησε σε ένα κρεβάτι ΜΕΘ, χωρίς φλας, χωρίς χειραψίες, χωρίς καν την επίσημη αναγνώριση ότι πρόκειται για εργατικό ατύχημα. Σαράντα μέρες πριν είχε σώσει έναν άνθρωπο που κανείς άλλος δεν τον είχε προσέξει. Σαράντα μέρες μετά, έφυγε γιατί κανένας δεν τον πρόσεξε ούτε αυτόν, προληπτικά, όταν έπρεπε.
Για να τιμήσουμε τη μνήμη του Θεόδωρου Καρακκότα είμαστε υποχρεωμένοι να διεκδικήσουμε πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Όπως οι προληπτικές ιατρικές εξετάσεις πριν από κάθε πρόσληψη σε βαριά εργασία, ανεξαρτήτως ηλικίας. Όπως η μονιμοποίηση των εργαζομένων στις ανταποδοτικές υπηρεσίες αντί για διαδοχικές οκτάμηνες συμβάσεις. Είναι άμεση ανάγκη μία μεγάλη αναπροσαρμογή των μισθών των εργαζόμενων στην καθαριότητα ώστε να αντικατοπτρίζουν την πραγματική αξία που προσφέρουν στην κοινωνία. Αλλά και αυστηρότεροι έλεγχοι ασφάλειας στις νυχτερινές βάρδιες αποκομιδής. Αυτά είναι τα ελάχιστα μέτρα που οφείλει να πάρει μια κοινωνία που αξίζει το όνομα της.
Αν υπάρχει ένα μάθημα από τη ζωή και τον θάνατό του Καρακκότα, είναι ότι οι κοινωνίες μας έχουν μάθει να βλέπουν μόνο ότι λάμπει. Και να αγνοούν συστηματικά εκείνους που τις κρατάνε ζωντανές. Το ελάχιστο που οφείλουμε στη μνήμη του είναι να αρχίσουμε να βλέπουμε στα μάτια αυτούς τους καθημερινούς ήρωες και να δώσουμε τέλος στην αορατότητα τους. Ίσως τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί πληρώνουμε τόσο λίγο όσους κάνουν τόσο πολλά. Είναι γιατί χρειαζόμαστε έναν νεκρό για να θυμηθούμε ποιοι είναι αυτοί που υπάρχουν πραγματικά για όλους μας και ποιοι ζουν σαν παράσιτα απομυζώντας κοινωνικό πλούτο από όλους μας…
(Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι σύμβουλος κυκλικής οικονομίας και συγγραφέας. Το νέο του βιβλίο με τίτλο «Waste Side Stories Απόβλητοι – Απόβλητα και Μεταβολικά Ρήγματα» (εκδόσεις Τόπος) κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία)

























