Επιτέλους η ρήτρα 42,7 ΕΕ εφαρμόζεται. Είκοσι-τέσσερα χρόνια μετά, μια Ελληνική πρωτοβουλία (της κυβέρνησης Κ. Σημίτη – 2002) οδηγεί την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ένα νέο επίπεδο αμυντικής ολοκλήρωσης, της κοινής Ευρωπαϊκής Άμυνας και γεωπολιτικής ενηλικίωσης. Το 2002 στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος εισηγήθηκα την υιοθέτηση ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής παρόμοιας με αυτή του άρθρου 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ. Μέχρι τότε οι Συνθήκες της ΕΕ δεν περιελάμβαναν καμία σχετική αναφορά καθώς η Ένωση δεν είχε ξεκάθαρη αρμοδιότητα σε θέματα άμυνας. Παρά ταύτα, καμία χώρα-μέλος δεν είχε τότε ευνοϊκή θέση υπέρ της θέσπισης μιας τέτοιας ρήτρας με το επιχείρημα ότι θα υπονόμευε τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Οι οδηγίες Σημίτη όμως ήταν σταθερά υπέρ της συμπερίληψης της ρήτρας στο υπό κατασκευή Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Και τελικώς μετά από επεξεργασμένη Ελληνική πρόταση και επίμονη διαπραγμάτευση, η ρήτρα συμπεριλήφθηκε στο Σύνταγμα και ενσωματώθηκε τελικά αυτολεξί στη Συνθήκη της Λισσαβόνας (ως 42,7 ΣΕΕ). Και αποτέλεσε την έμπνευση για τη διμερή ρήτρα Ελλάδας-Γαλλίας.
Ωστόσο ουδέποτε η Ένωση προχώρησε στην έκδοση των πρακτικών ρυθμίσεων (modalities) ή του εγχειριδίου (handbook) για την υλοποίηση της ρήτρας με αποτέλεσμα να παραμείνει ανενεργή. Ενεργοποιήθηκε μια φορά μόνο, το 2015, από τη Γαλλία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι. Ο πόλεμος στο Ιράν, οι επιθέσεις που δέχθηκε η Κύπρος και κυρίως η αποστασιοποίηση των ΗΠΑ από την ασφάλεια και άμυνα της Ευρώπης κατέστησαν αναγκαία την αναβίωση της ρήτρας με επιχειρησιακή εμπλαισίωση της προκειμένου η ΕΕ να είναι θεσμικά σε θέση να προστατεύσει τα κράτη μέλη της. Έτσι η Κύπρος ως προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ (και Ελλάδα) ανέλαβαν σχετική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση αυτή. Με αποτέλεσμα το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε στη Μεγαλόνησο να καταλήξει σε πολιτικές οδηγίες για την πλήρη ενεργοποίηση του άρθρου (που θα συνταχθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ύπατη Εκπρόσωπο για την Εξωτερική Πολιτική) .
Έτσι η Ευρωπαϊκή Ένωση-χωρίς να διαρρηγνύει τους δεσμούς της με το ΝΑΤΟ (άλλωστε 23 από τα 27 μέλη της είναι και μέλη του)- μετεξελίσσεται ουσιαστικά σε ένα οιονεί σύστημα συλλογικής ασφάλειας (collective defence [i]system ) και κοινής άμυνας. Η ρήτρα – η οποία είναι νομικά δεσμευτική για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ – συνεπάγεται την παροχή «βοήθειας και συνδρομής» με όλα τα μέσα περιλαμβανομένων και των στρατιωτικών μέσων (σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις ). Στην περίπτωση της Κύπρου και μολονότι δεν έγινε τυπική επίκληση της ρήτρας, μια ομάδα χωρών (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία) προσέφεραν στρατιωτική βοήθεια. Αλλά, ενώ το 2002 όταν προτάθηκε η ρήτρα αφορούσε εμφανώς μόνο την Ελλάδα, σήμερα πλέον μετά τις κοσμογονικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις αφορά συνολικά την Ευρώπη και την άμυνά της.
Ο πρόεδρος Μακρόν διακήρυξε στην Αθήνα ότι με βάση τη διμερή ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής «η Γαλλία θα είναι εδώ» εάν απειληθεί η Ελληνική κυριαρχία. Αυτό που προέχει ωστόσο είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της συνολικά «να είναι εδώ» σε εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 42,7. Όπως και τελικά θα είναι...
(Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι στη σχετική συζήτηση για το 42,7 δεν αναφέρεται ότι πρόκειται για Ελληνική πρωτοβουλία)
(Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του ΕΛΙΑΜΕΠ- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα»)
































