Αγροτικά μπλόκα υπήρχαν τότε.
Αγροτικά μπλόκα υπάρχουν και σήμερα.
Και εδώ σταματάει κάθε σύγκριση του χθες με το σήμερα.
Της εποχής που θέλαμε πρωτογενή τομέα, και του σήμερα, που γίνεται συστηματική προσπάθεια απαξίωσης του.
Μιλάμε για συστηματική προσπάθεια, γιατί από την πανδημία και μετά δεν υπάρχει καμία δικαιολογία: υπήρχε ο χρόνος, οι ευρωπαϊκοί πόροι, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η δυνατότητα για εθνικό σχεδιασμό μέσω της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Όσοι επιχειρούν να συγκρίνουν αυτές τις συνθήκες με τα χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής, λαθροχειρούν. Και αυτό μπορεί και οφείλει να το αντιληφθεί κάθε καλοπροαίρετος
- είτε έχει διαβάσει το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είτε όχι
- είτε συμπαθεί τον Αλέξη Τσίπρα, είτε όχι.
Γεγονός 1: Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ήταν για την Ελλάδα ύψους σχεδόν 70 δισεκατομμυρίων ευρώ (αναμοχλευμένα). Δεν υπάρχουν δικαιολογίες - μιλάμε για ένα νέο και πιθανόν μεγαλύτερο πακέτο Μάρσαλ, ικανό να ανασηκώσει όλο το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Γεγονός 2: Όταν η κυβέρνηση θέλει κάτι, μπορεί. Το είδαμε σε όλα τα επίπεδα. Τι είδαμε να πηγαίνει στην Υπαιθρο; Τι στον πρωτογενή τομέα; Τι στην κλιματική θωράκιση και αποκατάσταση των ζημιών μετά από καταστροφές όπως του Ντάνιελ; Τίποτα απολύτως. Αν δεν έγινε, ήταν γιατί δεν ήθελαν να γίνει. Τελεία. Όταν η σημερινή κυβέρνηση επιθυμεί κάτι, φτάνει ακόμα και σε γκρίζες ζώνες του Συντάγματος προκειμένου να το κάνει, για παράδειγμα τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Το αδιέξοδο στον πρωτογενή τομέα είναι πολιτική επιλογή.
Μία επιλογή που έπρεπε να μείνουν οι αγρότες ενάμιση μήνα στην παγωνιά για να εισακουστούν έστω στα αυτονόητα, τα καθημερινά όπως το κόστος της ενέργειας.
Οι κυβέρνηση προσπαθεί να μετατρέψει το αγροτικό ζήτημα σε κυκλοφοριακό.
Η αλήθεια όμως είναι πως το αγροτικό αποτελεί τον πυρήνα της ζωής της Υπαίθρου επηρεάζοντας άμεσα το δημογραφικό, την εγκατάλειψη των αγροτικών περιοχών, την αστυφιλία και την συνακόλουθη άνοδο των ενοικίων, και αφορά το 25% του εργατικού δυναμικού της χώρας.
‘Οχι μόνο δεν στηρίχτηκαν, αλλά χτυπήθηκαν. Τα σχολεία και τα ταχυδρομεία κλείνουν, οι δομές υγείας που υποβαθμίζονται ακόμα και τώρα, παρά τις μελέτες που έδειξαν το άνισο κόστος σε ανθρώπινη ζωή για τον κόσμο της επαρχίας, μηδενική προσπάθεια στήριξης σε νέες τεχνολογίες και μεταφορά γνώσης και άλλα πολλά.
Απέναντι σε όλα αυτά, η απάντηση της κυβέρνησης μοιάζει με ασπιρίνες σε μια βαριά αρρώστια.
Τα μπλόκα θα φύγουν.
Αλλά θα ξανάρθουν.
Αν δεν υπάρξει πραγματικό σχέδιο και στρατηγική για την αγροτική οικονομία
Και αυτό το σχέδιο δεν μπορεί να αφορά μόνο αριθμούς και δείκτες. Πρέπει να είναι βασισμένο στους ανθρώπους της υπαίθρου για να μείνουν στον τόπο τους. Να στηρίζετε σε μία βάση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες, τις ευκαιρίες και την φυσιογνωμία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Δεν είναι Ολλανδία η Ελλάδα. Και δεν είναι ίδιες οι απαιτήσεις από την αγροτική παραγωγή.
Για μια ουσιαστική, πολυεπίπεδη προσέγγιση του αγροτικού ζητήματος απαιτούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις.
Πρώτον, χρειαζόμαστε ξεκάθαρο σχέδιο για την αγροτική οικονομία που θέλουμε. Ακόμα και ο τουρισμός —η λεγόμενη βαριά βιομηχανία της χώρας— αλλάζει προφίλ. Φεύγουμε από το μοντέλο ήλιος–άμμος–θάλασσα και περνάμε σε εμπειρίες, όπως ο οινοτουρισμός και ο αγροτουρισμός. Αυτό σημαίνει ότι οι οικογενειακές εκμεταλλεύσεις που είναι οι στυλοβάτες της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, αποκτούν πολλαπλή αξία για την οικονομία και την κοινωνία.
Δεύτερον, απαιτείται σύνταξη και εφαρμογή επιστημονικών μελετών για τον στρατηγικό σχεδιασμό των εμβληματικών αγροτικών προϊόντων της χώρας. Υπάρχουν παραδείγματα που το αποδεικνύουν, όπως το branding του ελληνικού κρασιού που έγινε πριν από είκοσι χρόνια.
Τρίτον, χρειαζόμαστε πολιτική γης. Η καλλιεργήσιμη γη πρέπει να επιστρέψει στους πραγματικούς καλλιεργητές και όχι να λειτουργεί ως πεδίο κερδοσκοπίας και φωτοβολταϊκών. Ναι να υπάρχουν φωτοβολταϊκά αλλά εκεί που δεν μπορεί η γη να καλλιεργηθεί.
Τέταρτον, πολιτική νερού, ενταγμένη σε ένα σοβαρό πλαίσιο αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Νερό για την Αθήνα και τα αστικά κέντρα αλλά νερό και για τις καλλιέργειες.
Πέμπτο, ανακατεύθυνση των πόρων της ΚΑΠ προς αυτούς που πραγματικά παράγουν, και όχι σε παρασιτικές λογικές που οδηγούν σε σκάνδαλα ΟΠΕΚΕΠΕ
Και τέλος —επειδή η Αριστερά πιστεύει βαθιά στους θεσμούς— απαιτείται αυστηρή τήρηση των όρων παραγωγής και διακίνησης των αγροτικών προϊόντων, με τη δημιουργία μιας Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου Παραγωγής και Διακίνησης αγροτικών προϊόντων, που θα προστατεύει τον τίμιο παραγωγό και θα δημιουργεί πραγματική υπεραξία.
Η στείρα διόρθωση των επιμέρους συντελεστών κόστους παραγωγής, που επιχειρεί σήμερα η κυβέρνηση, απλώς διαιωνίζει την κάθοδο των αγροτών στις εθνικές οδούς. Σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, με νέες προκλήσεις και κινδύνους όπως η συμφωνία Mercosur, η προσαρμογή της αγροτικής οικονομίας απαιτεί γνώση, σχέδιο και πολιτική βούληση.
Σήμερα, οι συνθήκες στον πρωτογενή τομέα δεν απειλούν μόνο το εισόδημα των αγροτών. Διακυβεύουν την αγροδιατροφική ανεξαρτησία της χώρας, την επισιτιστική της επάρκεια, την ερήμωση της μισής Ελλάδας.
Κλείνοντας, θέλω να επιστρέψω στον τίτλο του βιβλίου: Ιθάκη.
Η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένας προορισμός. Είναι το ερώτημα προς τα πού πάμε και με ποιους.
Και σήμερα, η αγροτική Ελλάδα δεν ταξιδεύει προς καμία Ιθάκη. Μένει πίσω.
Και αν κάτι μας θυμίζει αυτό το βιβλίο, είναι ότι το ταξίδι έχει νόημα μόνο όταν δεν αφήνουμε τους πιο αδύναμους στην άκρη του δρόμου.
Αυτό είναι βαθιά πολιτικό. Και απολύτως επίκαιρο.
(Η Κωνσταντίνα Σπυροπούλου είναι γεωπόνος, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος στο Κτήμα Σπυρόπουλος και πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ)-Το κείμενο αποτελεί την ομιλία της στην παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη)























