Η υποδοχή της φρεγάτας «ΚΙΜΩΝ» οργανώθηκε από την κυβέρνηση με έντονο επικοινωνιακό αποτύπωμα και χαρακτηριστικά πανηγυρικού γεγονότος. Είναι θεμιτό να αναγνωρίζεται κάθε ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Όταν, όμως, η εικόνα υπερκαλύπτει τη συζήτηση για την ουσία, τότε οφείλουμε να σταθούμε πιο προσεκτικά στα πραγματικά δεδομένα.
Η ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας με σύγχρονα οπλικά συστήματα είναι αναγκαία και αυτονόητη. Το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται πλοία υψηλών επιχειρησιακών προδιαγραφών, ικανά να υπηρετήσουν αξιόπιστα την αποτρεπτική στρατηγική της χώρας σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Αυτό δεν αμφισβητείται και δεν προσφέρεται για μικροπολιτική.
Ωστόσο, άλλο πράγμα η ουσιαστική ενίσχυση της άμυνας και άλλο η επικοινωνιακή της αξιοποίηση. Η προμήθεια των γαλλικών φρεγατών έγινε σε μια συγκυρία κατά την οποία η Γαλλία αναζητούσε πολιτική και διπλωματική αποκατάσταση μετά τη ρήξη που προκάλεσε η συμμαχία ΗΠΑ–Αυστραλίας (AUKUS). Το γεγονός αυτό δεν μειώνει την επιχειρησιακή αξία των πλοίων, αλλά εύλογα θέτει το ερώτημα: αξιοποίησε η Ελλάδα αυτή τη συγκυρία για να διαπραγματευθεί το μέγιστο δυνατό εθνικό όφελος;
Διότι, πέρα από την αγορά, δεν προέκυψε ουσιαστική προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία. Δεν υπήρξε σοβαρή συμμετοχή των ελληνικών ναυπηγείων, ούτε ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας, ούτε ένα συγκροτημένο πλαίσιο αντισταθμιστικών ωφελημάτων. Για άλλη μία φορά, η χώρα λειτούργησε ως καθαρός αγοραστής, χωρίς να συνδέσει την αμυντική της πολιτική με την παραγωγή, τη βιομηχανία και την αναπτυξιακή της στρατηγική.
Παράλληλα, προβληματίζει η διαρκής κυβερνητική πρακτική να εντάσσει ζητήματα εθνικής σημασίας στη σφαίρα της επικοινωνιακής διαχείρισης. Η άμυνα της χώρας δεν είναι πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης ούτε εργαλείο πολιτικής αυτοεπιβεβαίωσης. Είναι εθνικό ζήτημα που απαιτεί σοβαρότητα, συνέχεια και ενότητα. Κάθε προσπάθεια εργαλειοποίησής του υπονομεύει ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι υπηρετεί: την αξιοπιστία της χώρας.
Τέλος, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: υπάρχει ξεκάθαρη πολιτική βούληση χρήσης των οπλικών συστημάτων εφόσον απαιτηθεί; Η αποτροπή δεν εξαντλείται στην απόκτηση σύγχρονων μέσων. Προϋποθέτει στρατηγική καθαρότητα, σαφείς κανόνες εμπλοκής και την ετοιμότητα της πολιτικής ηγεσίας να αναλάβει το κόστος δύσκολων αποφάσεων. Η εμπειρία των τελευταίων ετών, με διαχείριση κρίσεων αντί για σαφή αποτρεπτικά μηνύματα, δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς. Χωρίς ξεκάθαρη βούληση, ακόμη και τα πιο προηγμένα οπλικά συστήματα κινδυνεύουν να καταλήξουν περισσότερο σύμβολα πολιτικής αμηχανίας παρά ουσιαστικά εργαλεία εθνικής ισχύος.
(Ο Αθανάσιος Σκορδάς είναι πρ. υφυπουργός Ανάπτυξης)

























