Στις 16 Γενάρη στον Πειραιά στήθηκε σόου για την υποδοχή της φρεγάτας Κίμων. Πρόκειται για μια από τις τέσσερεις Γαλλικές φρεγάτες που αγόρασε το ελληνικό κράτος, αγορά που επικοινωνιακά επιχειρείται να αποτελέσει σύμβολο της «ισχυρής Ελλάδας». Τα ιδιωτικά κανάλια και η σύγχρονη ΥΕΝΕΔ, με πολύωρες ζωντανές συνδέσεις μας μετέφεραν σε άλλα χρόνια. Ανάλογα με τον βαθμό ενθουσιασμού κάθε κυβερνητικού στελέχους ακούσαμε δηλώσεις περί της πιο «ισχυρής φρεγάτας στον κόσμο» ή περί του «πιο ισχυρού πλοίου της ανατολικής Μεσογείου».
Ας μην σταθούμε στο γεγονός πως μια χώρα που βυθίζεται σε οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση ξοδεύει δισεκατομμύρια για να προστατευθεί – υποτίθεται – από έναν εχθρό με τον οποίον ανήκει στην ίδια συμμαχία, στο ΝΑΤΟ. Ας σταθούμε στο γεγονός πως τίποτα από αυτά δεν είναι πρωτοφανές. Στο παρελθόν είχαμε αντίστοιχα παραδείγματα μεγάλων εξοπλιστικών υπερβάσεων, οι πιο χαρακτηριστικές αφορούσαν πλοία – σύμβολα που προκάλεσαν ρίγη εθνικής έξαρσης, συνδέθηκαν αρχικά με μεγαλοϊδεατικά οράματα για να καταλήξουν είτε εργαλεία στις εσωτερικές πολιτικές διαμάχες είτε να συνδεθούν με εθνικές τραγωδίες.
Η «άτυχη» φρεγάτα Ελλάς...
Τον Νοέμβρη του 1826 φτάνει στο Ναύπλιο, εν μέσω πανηγυρισμών η ναυαρχίδα, το καμάρι του ελληνικού στόλου, η φρεγάτα (από τη γαλλική λέξη fregatte, που σημαίνει μεγάλος θαλασσινός αετός) «Ελλάς». Ήταν το πιο ισχυρό πολεμικό πλοίο που είχε αποκτήσει ποτέ ο ελληνικός στόλος, ένα βαρύ καταδρομικό με 64 κανόνια των 32 λίτρων.
Η ιστορία της απόκτησής του προκαλεί οργή: με τα χρήματα των δανείων του 1824 και 1825 προβλεπόταν η κατασκευή οκτώ φρεγατών στα ναυπηγεία της Νέα Υόρκης, με χρόνο παράδοσης τον Νοέμβριο του 1825. Τελικά, τον Νοέμβριο του 1826, έφτασε στην Ελλάδα μία και μοναδική, η οποία κόστισε στο ελληνικό κράτος 750.000 δολάρια αντί για 250.000 που ήταν ο αρχικός προϋπολογισμός. Τα άλλα φαγώθηκαν, ενώ την ίδια περίοδο το Μεσολόγγι έπεφτε από την πείνα, διότι δεν περίσσευαν χρήματα για ένα φορτίο αλεύρι. Η φρεγάτα είχε αρχικά το όνομα «Ελπίς», μετονομάστηκε σε «Ελλάς» και ορίστηκε ναυαρχίδα του στόλου, με κυβερνήτη τον ναύαρχο Μιαούλη. Η φρεγάτα πήρε μέρος στις τελευταίες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και κυρίως στην πάταξη της πειρατείας.
Αυτό που θα ακολουθήσει σπάνια συναντάται στην παγκόσμια ιστορία: ένας ναύαρχος, ηγέτης ενός στόλου που κατά τη διάρκεια των οκτώ χρόνων της Επανάστασης δεν γνώρισε ποτέ συντριπτική ήττα, μετά την –έστω μερική– απελευθέρωση της πατρίδας του ανατίναξε τη ναυαρχίδα και τα καλύτερα πλοία του στόλου του, όχι για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού, αλλά για να μην τα ελέγχει η νόμιμη κυβέρνηση.
Αναφερόμαστε στο «μεγαλουργόν έγκλημα», όπως το χαρακτήρισε ο Ραγκαβής, που έλαβε χώρα την 1η Αυγούστου 1831 στον ναύσταθμο του ελληνικού στόλου στον Πόρο. Με εντολή του ναυάρχου Μιαούλη ανατινάχτηκαν η ναυαρχίδα, η φρεγάτα «Ελλάς», και η κορβέτα «Ύδρα». Καταστράφηκε η κορβέτα «Νήσος των Σπετσών», ενώ σώθηκε την τελευταία στιγμή το ατμοκίνητο πολεμικό «Καρτερία»
Η πράξη αυτή ήταν το αποκορύφωμα της σύγκρουσης μεταξύ της εξουσίας του Καποδίστρια και της ανομοιογενούς αντιπολίτευσης, την οποία συγκροτούσαν οι Υδραίοι μεγαλοκαραβοκύρηδες, οι ισχυρότεροι κοτζαμπάσηδες του Μοριά, οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι, με εκφραστές τον Μαυροκορδάτο και τον Κωλέττη. Με αυτούς συντάχτηκαν φιλελεύθερες φωνές, όπως ο Κοραής, ο Σούτσος και ο Πολυζωίδης. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε πως επρόκειτο απλώς για εσωτερικό ζήτημα: υπήρξε απροκάλυπτη παρέμβαση και των τριών «προστάτιδων» δυνάμεων.
Επίκεντρο της ανταρσίας ήταν η Ύδρα όπου συγκροτήθηκε «Συνταγματική Επιτροπή»: Βούλγαρης, Τομπάζης, Κριεζής, Μπουντούρης, Σαχτούρης, Σαχίνης και, βέβαια, ο ναύαρχος Μιαούλης. Αν και τυπικά δεν συμμετείχε, βαριά έπεφτε η σκιά του ισχυρότερου και πλουσιότερου Έλληνα εφοπλιστή, του Λάζαρου Κουντουριώτη. Πάντα από το παρασκήνιο και πάντα στη ρότα της Αγγλίας, έπαιζε καθοριστικό ρόλο.
Από τη στιγμή εκείνη ξεκίνησε ο εμφύλιος, το κλειδί για την έκβαση του οποίου ήταν ο έλεγχος του πολεμικού στόλου. Την περίοδο της Επανάστασης τα πλοία ήταν ιδιόκτητα. Μετά την έλευση του Καποδίστρια τα κυρίως πολεμικά πλοία έγιναν «εθνικά» και ναυλοχούσαν στον ναύσταθμο του Πόρου. Με πρόταση του Μαυροκορδάτου και την ανοικτή ενθάρρυνση των πρεσβευτών της Αγγλίας και της Γαλλίας ο Κριεζής κατέλαβε τη ναυαρχίδα «Ελλάς», ενώ ο Μιαούλης, ο Σαχτούρης και ο Σαχίνης τα υπόλοιπα πλοία.
Ο Καποδίστριας απαίτησε από τον Ρώσο ναύαρχο Ρίκορντ να χτυπήσει τους στασιαστές. Ο Ρίκορντ, με τη ναυαρχίδα «Πριγκίπισσα Λόβιτς» και άλλα τρία πολεμικά πλοία, απέκλεισε στις 16 Ιουλίου τους στασιαστές από τον βορρά. Στις 26 Ιουλίου, τα ρωσικά πολεμικά «Τηλέμαχος» και «Οδυσσέας» μαζί με δύο ελληνικά καράβια που διοικούσε ο, πιστός στον Καποδίστρια, Κ. Κανάρης τους απέκλεισαν από παντού.
Το πρωί της 1ης Αυγούστου εγκατέλειψαν τη ναυαρχίδα ο Μιαούλης, ο Κριεζής και οι τελευταίοι στασιαστές. Σύμφωνα με την περιγραφή του Κασομούλη, στις 10 το πρωί «άξαφνα βροντή εκραγείσα από την φρεγάδαν και μετ’ αυτήν παρόμοιαν από την κορβέταν “Ύδρα”, το μεν δίκροτον [σ.σ. η «Ελλάς»] εις μυριάδες κομμάτια διαμελισθέν […] και το κορβέτον βουλισθέν έμεινε το ήμισυ έξω». Αντίστοιχα παγιδευμένα ήταν το ατμοκίνητο «Καρτερία» και η κορβέτα «Εμμανουηλία». Δύο νέοι, ο ναύτης Γαλατσίδης από τη Μύκονο και ένας στρατιώτης, που το όνομά του δεν σώ θηκε, έφτασαν κολυμπώντας στα πλοία και, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, έκοψαν την τελευταία στιγμή τα φιτίλια.
Αν η πράξη του Μιαούλη και των άλλων Υδραίων ναυάρχων προξενεί τουλάχιστον εντύπωση, η αντιμετώπισή τους από το ελληνικό κράτος, μετά τον Καποδίστρια, δεν προκαλεί διότι υπάρχουν πολύ χειρότερα παραδείγματα. Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά ο Μιαούλης μαζί με τους στρατηγούς Δ. Πλαπούτα και Κ. Μπότζαρη παρέδωσαν στο Μόναχο το στέμμα στον Όθωνα. Στην επίσημη ιστορία δε το τρομερό αυτό γεγονός είτε αποσιωπάται είτε χαρακτηρίζεται ως «μικρή κηλίδα στην ένδοξη ιστορία του ναυάρχου».
«Του Αβέρωφ τα κανόνια, δέκα πήχες μακριά... »
Την 1η Σεπτέμβρη 1911 κατέπλευσε στο Φάληρο, μέσα σε πανηγυρικές εκδηλώσεις, το θωρακισμένο καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ». Παρά το γεγονός ότι αναφέρεται ως θωρηκτό, είναι θωρακισμένο καταδρομικό το οποίο ναυπηγήθηκε στα ναυπηγεία του Oρλάντο, στο Λιβόρνο της Ιταλίας την περίοδο 1908 – 1911. Η τότε κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη δαπάνησε το εντυπωσιακό ποσό των 23.650.000 χρυσών δρχ. για την απόκτησή του. Τα 8.000.000 προέρχονταν από την κληρονομιά του Γεωργίου Αβέρωφ, που παραχώρησε με τη διαθήκη του στο Ταμείο Εθνικού Στόλου το 1899. Το υπόλοιπο ποσό καλύφθηκε από το Ταμείο Εθνικού Στόλου.
Μια παρένθεση: Θα χρειάζονταν τόμοι για να μιλήσουμε για τους «εθνικούς ευεργέτες» και τον ρόλο τους, το Λαύριο ή η οδός Α. Συγγρού μας τον θυμίζουν με απόλυτη σαφήνεια. Ας περιοριστούμε στα λόγια του Γ. Κορδάτου:
«Δυστυχισμένοι Αρβανίτες της Αττικής, πού να ξέρετε πως τα έργα και οι δωρεές του Συγγρού, το πιο πολύ είναι ιδρώτας και αίμα δικό σας. Κακόμοιροι αγρότες που σας μαθαίνουν στα σχολεία ένα σωρό παραμύθια για τους «μεγάλους ευεργέτες του έθνους», πού να ξέρετε πως οι Τοσίτσηδες, οι Ζαππαίοι, οι Μπενάκηδες, οι Αβέρωφ, οι Ζωγράφηδες, οι Βαλλιάνοι, οι Μαρασλήδες και τράβα κορδέλα ήταν σκληροί εκμεταλλευτές των αγροτών και εργατών της Αιγύπτου, Τουρκίας, Ρουμανίας, Ρωσίας…».
Ξαναγυρίζουμε στον «Αβέρωφ». Ο οπλισμός του ήταν τέσσερα πανίσχυρα πυροβόλα Armstrong 234 χιλιοστών στην πλώρη και την πρύμνη, και οκτώ πυροβόλα 190 χιλιοστών στα πλευρά του. Συμπληρωματικά, διέθετε ελαφρύτερο πυροβολικό και τορπιλοβλητικούς σωλήνες. Το πλοίο καθελκύστηκε στις 12 Μαρτίου 1910 και παραλήφθηκε στις 16 Μαΐου 1911. Η πρώτη του «αποστολή» ήταν ενδεικτική: απέπλευσε με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Ι. Δαμιανό για την Αγγλία προκειμένου να λάβει μέρος στις εορτές στέψης του Βασιλιά Γεωργίου Ε' στο Spithead. Τίποτα δεν είναι τυχαίο!
Στις 19 Ιουνίου όμως προσάραξε σε ύφαλο και χρειάστηκε να δεξαμενιστεί. Τότε σημειώθηκαν επεισόδια απειθαρχίας από τη μερία του πληρώματος και των κατώτερων αξιωματικών, οπότε λίγες μέρες μετά, στις 8 Ιουλίου, ο κυβερνήτης αντικαταστάθηκε από τον Πλοίαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Υπό τη διοίκηση του (υποναύαρχου πλέον) Π. Κουντουριώτη θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην νικηφόρα για την Ελλάδα έκβαση των Βαλκανικών πολέμων, ειδικά στις ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου. Κατά τη διάρκεια του Ά΄Παγκόσμιου ουσιαστικά εμπλέκεται στη δίνη του Διχασμού, μετά το 1917 περιορίζεται σε μεταφορά στρατευμάτων και υλικού.
Όταν ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος τελείωσε, στις 11 Νοεμβρίου 1918, η Ελλάδα τυπικά βρέθηκε στο στρατόπεδο των νικητών. Τρεις μέρες αργότερα, το “Αβέρωφ” μπήκε στον Βόσπορο μαζί με τον συμμαχικό στόλο και αγκυροβόλησε μπροστά στο Ντολμά Μπαχτσέ. Επρόκειτο για μια προπαγανδιστική κίνηση, οι «Σύμμαχοι» δεν σκέφτονταν καν την περίπτωση η Ελλάδα να ελέγξει την Κωνσταντινούπολη. Είναι χαρακτηριστικό πως κάθε τέτοια κρούση απορριπτόταν με συνοπτικές διαδικασίες. Ακόμη και στην πιο κρίσιμη στιγμή της Μικρασιατικής εκστρατείας, στο αίτημα της Ελλάδας για κατάληψη της Κωνσταντινούπολης η απάντηση ήταν πως «δόθηκαν οδηγίες στα Συμμαχικά στρατεύματα κατοχής στην Κωνσταντινούπολη ένοπλα να εμποδίσουν κάθε ελληνική κίνηση».
Αυτές όμως όμως οι λεπτομέρειες δεν πτοούσαν την ... «υπερήφανη εξωτερική πολιτική» της Ελλάδας. Το 1919 το Αβέρωφ στάλθηκε στην Κριμαία, στην αλήστου μνήμης εκστρατεία στην Ουκρανία, φτάνοντας μέχρι την Οδησσό και τη Σεβαστούπολη για να εξυπηρετήσει τους πολιτικούς στόχους της Αγγλίας και τα συμφέροντα των Γάλλων τραπεζιτών. Ακολούθησε την ντροπιαστική υποχώρηση των ηττημένων «Συμμάχων» κι επέστρεψε στο Αιγαίο. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας η κύρια δραστηριότητά του ήταν η μεταφορά στρατιωτών και η κάλυψη των αποβατικών επιχειρήσεων στην Ανατολική Θράκη.
Τον Αύγουστο του 1922 κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος το μέτωπο στη Μικρά Ασία όμως στη θάλασσα η κυριαρχία του Ελληνικού πολεμικού ναυτικού ήταν αναμφισβήτητη. Του «Αβέρωφ τα κανόνια, δέκα πήχες μακριά», τραγουδούσαν οι θιασώτες της Μεγάλης Ιδέας, αλλά τώρα; Τώρα που σφάζονταν και πνίγονταν χιλιάδες άμαχοι, πού ήταν ο «Αβέρωφ» και ο υπόλοιπος ισχυρός και άθικτος ελληνικός στόλος;
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα στη Χίο και στη Μυτιλήνη με πρωταγωνιστές βενιζελικούς αξιωματικούς, όπως οι συνταγματάρχες Ν. Πλαστήρας και Στ. Γονατάς. Το κίνημα επικράτησε σχεδόν στο σύνολο των πλοίων του πολεμικού στόλου, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, μαζί με τα επίτακτα πλοία, από τους βενιζελικούς κινηματίες για τη μεταφορά τους στο Λαύριο. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το ότι το θωρηκτό «Κιλκίς», που ναυλοχούσε στη Σμύρνη με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Δεμέστιχα, στις 11 Σεπτεμβρίου και ενώ κορυφωνόταν η σφαγή έφυγε από τη Σμύρνη και μετέβη στη Σάμο.
Στις 15 Σεπτεμβρίου ενώθηκε με το «Αβέρωφ» μεταξύ Χίου και Σάμου. Το τελευταίο, υπό τον κινηματία κυβερνήτη αντιπλοίαρχο Χατζηκυριάκο, κατευθυνόταν προς τον Πειραιά, προερχόμενο από την Κωνσταντινούπολη. Το ερώτημα γιατί τα «δέκα πήχες μακριά» κανόνια του δεν προστάτευσαν τους άμαχους της Σμύρνης ή γιατί το 10.200 τόνων σκαρί του δεν έσωσε χιλιάδες πρόσφυγες παραμένει αναπάντητο.
Μετά το 1922 το πλοίο σταδιακά παροπλίζεται. Αποκρύπτεται βέβαια επιμελώς πως αν υπάρχει ως τις μερες μας αυτό οφείλεται στη μαζική ανταρσία αξιωματικών και πληρώματος που τον Απρίλη του 1941 αντιτάχθηκαν τόσο στην εντολή του Υπουργείου Ναυτικών να βυθιστεί το πλοίο όσο και στην απροκάλυπτη κοροιδία των Άγγλων και το οδήγησαν στην Αλεξάνδρεια. Η ανταρσία εκδηλώθηκε στις 17 Απριλίου 1941, πρωτοστάτησαν οι σημαιοφόροι Διαμαντής και Ηλιομαρκάκης και ηγήθηκε ο πλωτάρχης Δαμηλάτης.
Θεωρητικά ο Αβέρωφ θα έφευγε συμμετέχοντας σε αγγλική νηοπομπή. Όπως όμως γράφεται στο επίσημο Ημερολόγιο, ο ύπαρχος του πλοίου αντιπλοίαρχος Παπαβασιλείου ενημέρωσε το πλήρωμα πως « Εις απάντησιν των ανωτέρω μας είπεν ότι ουδεμία αγγλική νηοπομπή επρόκειτο να φύγει το εσπέρας διότι οι σύμμαχοί μας Άγγλοι μας εκορόιδεψαν επανειλημμένως ... ουδεμίαν εμπιστοσύνην έχει προς τους συμμάχους καθ’ ότι επανειλημμένως μας εγέλασαν.». Οι στασιαστές πραγματοποίησαν έναν ναυτικό άθλο οδηγώντας το στην Αλεξάνδρεια, το υπουργείο Ναυτικών έδινε πιθανότητα μόλις 1% να επιτύχει η αποστολή.
Στην Αίγυπτο, η ελληνική (;) κυβέρνηση στάθηκε σκληρή με τους πρωταγωνιστές της ανταρσίας. Στην Αλεξάνδρεια συνεστάθη, με προτροπή των Άγγλων, ναυτοδικείο. Τον επόμενο χρόνο ο Ηλιομαρκάκης αποτάχθηκε και ο Διαμαντής τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Ο πλωτάρχης Δαμηλάτης έγινε κυβερνήτης στο πλοίο «Κανάρης» το οποίο συμμετείχε στην απόβαση στη Σικελία τον Ιούλιο του 1943. Ήταν αυτός που ανέθεσε στον ανθυποπλοίαρχο Κακεπάκη να ηγηθεί της απόβασης αγήματος.
Και τον ανθυποπλοίαρχο Κακεπάκη τον τίμησε ...δεόντως το ελληνικό κράτος: Ήταν ο βασικός κατηγορούμενος στη «Δίκη του ναυτικού» το 1948, μια δίκη παρωδία ποτισμένη από το εμφυλιακό μίσος, το οποίο έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα 20 παρασημοφορημένους αξιωματικούς. Από την αγόρευση του βασιλικού επιτρόπου Θεμιστοκλή Ταμβακά:
«Πρόκειται για αντεθνική συνωμοσία ασυνήθιστης μορφής. Ο κυριότερος σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να βυθίσουν τον Στόλο. Οι κατηγορούμενοι είναι ανώμαλοι εγκληματίες και τους φταίει η κακή τους κεφαλή καθώς και η εσωτερική τους προδιάθεση όταν υπηρετούσαν στον επονείδιστον ΕΛΑΣ».
Εννοείται πως καμία από ατις κατηγορίες δεν αποδείχθηκε,τί σημασία είχε όμως; Οι αξιωματικοί του ναυτικού στήθηκαν στον τοίχο!
Ο Αβέρωφ στον Β΄Παγκόσμιο περιορίστηκε από το Αγγλικό αρχηγείο σε περιπολίες στον Ινδικό ωκεανό. Παιχνίδι της ιστορίας: Η πρώτη αποστολή της φρεγάτας Κίμων θα είναι στον Ινδικό ωκεανό, περιοχή ζωτικής σημασίας για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, όπως όλοι γνωρίζουμε και από τη γεωγραφία!
Και μια – οικονομική – λεπτομέρεια
Υπάρχει και ένας ακόμη κοινός παρανομαστής: όλες αυτές οι αγορές συνοδεύονταν από επίδειξη γαλαντομίας, το ελληνικό κράτος, ακόμα και χρεοκοπημένο, δεν δίστασε να ξοδεύσει αφειδώς. Σε κάποιες περιπτώσεις τα σκάνδαλα ήταν εξόφθαλμα, σε άλλες η γαλαντομία του κράτους συνδέθηκε με την «ιδιωτική πρωτοβουλία». Ας πούμε απλώς πως το κόστος της φρεγάτας Κίμων ξεπέρασε το 1 δισεκατομμύριο ευρώ ενώ το κόστος αντίστοιχων πλοίων σε άλλες χώρες είναι πολύ μικρότερο.
Όσο κι αν ακουστεί περίεργο, το κύριο πρόβλημα δεν είναι η κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος στο πανηγύρι των εμπόρων του θανάτου. Το κύριο πρόβλημα παραμένει η μεγαλοϊδεατική λογική, η σύνδεση αυτών των αγορών με το διαχρονικό όνειρο της ελληνικής άρχουσας τάξης για μετατροπή της Ελλάδας σε σημαντική περιφερειακή δύναμη, η οποία θα μπορούσε να παίξει ρόλο στις κατακλυσμιαίες εξελίξεις σε τοπικό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο. Κάθε φορά που στήνονταν τέτοιες φιέστες, ακολουθούσαν τραγωδίες. Και δεν έκλαψαν αυτοί που καμάρωναν από τις εξέδρες των επισήμων.























