Την ώρα που οι τιμές παραγωγού στην ελληνική γεωργία καταρρέουν, οι καταναλωτές συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβότερα από σχεδόν κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης. Και κάπου ανάμεσα στο χωράφι και στο ράφι, ένα αόρατο, αλλά πανίσχυρο, χέρι απομυζά την αξία. Όχι τυχαία. Όχι ουδέτερα. Αλλά με ταξικό πρόσημο.
Τα στοιχεία της Eurostat είναι αποκαλυπτικά. Στο α’ τρίμηνο του 2025 οι τιμές παραγωγού στην Ελλάδα έπεσαν κατά -7,1%, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν κατά +2,6%.Το τελευταίο τρίμηνο του 2024, η ίδια εικόνα: πτώση -2,8% στην Ελλάδα, αύξηση +2,2% στην Ε.Ε. Το 2025 συνεχίζεται η καθοδική πορεία: -3,7% τον Απρίλιο, -4,2% τον Σεπτέμβριο, -5,5% τον Οκτώβριο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Κι όμως, στο ράφι δεν υπάρχει καμία «πτώση». Υπάρχει μόνο ακρίβεια.
Το μοσχαρίσιο κρέας είναι έως και 14% ακριβότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Το χοιρινό έχει αυξηθεί 38% από το 2021.Το κοτόπουλο +27%.Το γάλα, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ε.Ε. με μείωση τιμής παραγωγού, πωλείται 5% έως 15% ακριβότερα από την υπόλοιπη Ευρώπη. Η φέτα ΠΟΠ, εθνικό προϊόν, πωλείται στην Ελλάδα έως και 30% ακριβότερα απ’ ό,τι στο εξωτερικό. Το ψωμί, τα όσπρια, βασικά αγαθά διατροφής, κοστίζουν επίσης περισσότερο. Αυτό δεν είναι αγορά. Είναι αναδιανομή πλούτου προς τα πάνω.
Ο αγρότης που αποτελεί το 11% του ενεργού πληθυσμού, τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., πουλά κάτω από το κόστος. Δεν έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση, λαμβάνει λιγότερο από το 1% της τραπεζικής πίστης. Είναι ο πιο εκτεθειμένος κρίκος της αλυσίδας. Χωρίς διαπραγματευτική δύναμη, χωρίς προστασία, χωρίς κράτος στο πλευρό του.
Και απέναντί του; Ολιγοπώλια στη μεταποίηση, στη χονδρική, στο λιανεμπόριο. Πολυεθνικές και μεγάλοι όμιλοι που ορίζουν τιμές, πιέζουν παραγωγούς και μετακυλίουν κόστος στους καταναλωτές. Με την ανοχή, αν όχι τη συνέργεια, της πολιτείας.
Η Eurostat προβλέπει για το 2025 αύξηση τιμών παραγωγού στην Ε.Ε. κατά 3%.Όχι όμως στην Ελλάδα. Εδώ η «αγορά» λειτουργεί ανάποδα.Oι παραγωγοί φτωχοποιούνται, οι καταναλωτές πληρώνουν και τα υπερκέρδη παραμένουν άθικτα. Αυτό δεν είναι αποτυχία πολιτικής. Είναι επιτυχία ενός μοντέλου που έχει επιλέξει στρατόπεδο.
Χωρίς δημόσιους ελέγχους, χωρίς πλαφόν, χωρίς ενίσχυση συνεταιρισμών, χωρίς πρόσβαση των αγροτών σε φθηνή χρηματοδότηση, χωρίς ισχυρή πολιτική τροφίμων, η Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρα ακριβής διατροφής και φθηνής παραγωγής. Μια χώρα όπου ο μόχθος απαξιώνεται και η κερδοσκοπία επιβραβεύεται.
Η ακρίβεια είναι καθαρά πολιτική επιλογή. Και όσο δεν αμφισβητείται, τόσο το χάσμα από το χωράφι στο ράφι θα γίνεται κοινωνική πληγή. Η τροφή είναι δικαίωμα όλων και δεν μπορεί να είναι πεδίο κερδοσκοπίας.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι Πολιτική και Οικονομική Αναλύτρια)

























