Πριν λίγες μέρες, εκδόθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (C-19/23) σχετικά με τη νομιμότητα της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2041, κατά της οποίας είχε προσφύγει η Δανία (και η Σουηδία).
Επειδή το μελάνι της απόφασης είναι ακόμη νωπό και επειδή έχει ξεκινήσει ήδη μια προσπάθεια αποδόμησης του πνεύματος και των κατευθύνσεων της Οδηγίας. Και επειδή την ίδια ώρα, οι εργαζόμενοι σε όλη την Ευρώπη και ειδικά στην χώρα μας, βάλλονται καθημερινά, προσπαθώντας να ζήσουν μέσα σε συνθήκες υψηλών πληθωρισμών, ανακατανομής των πόρων εις βάρος του κοινωνικού κράτους, με αυξήσεις ωραρίων και υποχρεωτικές υπερωρίες, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε, πρώτον, τι σημαίνει η συγκεκριμένη Οδηγία για το μέλλον των εργαζομένων και δεύτερον, γιατί η απόφαση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει την υποχρέωση των κρατών μελών για δράσεις φιλοεργατικών πολιτικών.
Η Οδηγία 2022/2041 της ΕΕ αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη θεσμοθέτηση πλαισίου για την προάσπιση και ενίσχυση των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων, ενώ επιτέλους μιλάει για τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και ωθεί τα κράτη- μέλη να πάρουν συγκεκριμένα μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
Στη χώρα μας, η Οδηγία αυτή άργησε πάνω από δυο χρόνια να ενσωματωθεί στο Εθνικό Δίκαιο. Αυτό έγινε με τον Νόμο 5163/2024. Και πάλι όμως, η κυβέρνηση έφερε αλλοιωμένη την Οδηγία, συνεχίζοντας πιστά την υλοποίηση μιας σειράς αντεργατικών πολιτικών, που η ΝΔ εφαρμόζει εδώ και 6 χρόνια (Νόμοι Βρούτση, Χατζηδάκη, Γεωργιάδη, Κεραμέως).
Την ώρα δηλαδή, που η ΕΕ δείχνει τον δρόμο προς την οχύρωση της Εργασίας και την δίκαιη αύξηση των μισθών. Την ώρα που η Οδηγία θέτει ως στόχο την κάλυψη κατά 80% των θέσεων εργασίας από ΣΣΕ, η Ελλάδα, στην οποία οι εργαζόμενοι καλύπτονται από ΣΣΕ μόνο κατά το 25% περίπου, δεν θεσμοθέτησε μηχανισμούς ενίσχυσης των Συλλογικών Συμβάσεων και Συλλογικών Διαπραγματεύσεων μεταξύ των εταίρων, δεν επανάφερε την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας- αν και η χώρα είναι εκτός Μνημονίων πια- ενώ αποφάσισε πως το ύψος του κατώτατου μισθού πρέπει να είναι «κυβερνητική» απόφαση, και όχι αποτέλεσμα της διαβούλευσης των εταίρων και της συμμετοχής των συνδικαλιστικών οργανώσεων στη συζήτηση.
Περαιτέρω, παρά τις όσες νεοφιλελεύθερες κορώνες πρόκειται να ακούσουμε το επόμενο διάστημα και παρά τις όποιες προσπάθειες διαστρέβλωσης της αλήθειας θα δούμε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν δικαίωσε την προσφυγή των δυο κρατών μελών. Η Οδηγία δεν ακυρώθηκε.
Η μεγάλη εικόνα παραμένει: η Οδηγία τραβάει από το μανίκι τις χώρες, ώστε να ενισχύσουν και θεσμικά τις Συλλογικές Συμβάσεις και Διαπραγματεύσεις, πιέζοντάς τες να αυξηθεί ο αριθμός των εργαζομένων που καλύπτεται από ΣΣΕ και κάνοντας κυρίαρχο το αίτημα των απανταχού συνδικαλιστικών οργανώσεων για δίκαιες, μόνιμες και ουσιαστικές αυξήσεις, ως προϊόν των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ακόμη, προστατεύει τον συνδικαλιστικό ρόλο και δράση, και πιέζει τα κράτη- μέλη να λαμβάνουν μέτρα για την επάρκεια των μισθών και την αναβάθμιση του ρόλου των ΣΣΕ, έτσι ώστε να σταματήσει η φτωχοποίηση των εργαζομένων και η χειροτέρευση της θέσης τους.
Η Κυβέρνηση οφείλει να αλλάξει άμεσα πλεύση και να στηρίξει τους εργαζόμενους.
Όταν η χώρα μας έχει τον δεύτερο χαμηλότερο ύψος μισθού, σε επίπεδο ΕΕ, ξεπερνώντας μόνο την Βουλγαρία. Όταν επίσης κατέχει την δεύτερη θέση σε αγοραστική δύναμη των πολιτών. Όταν είμαστε ένα από τα λίγα ευρωπαϊκά μέλη, που αντί να προστατεύεται το 8ωρο ή και να μειώνεται ο χρόνος εργασίας προς όφελος της οικογενειακής ζωής, η ΝΔ φέρνει 13ωρο, 6ημερη και 7ημερη εργασία, απλήρωτες υπερωρίες με το 10ωρο, κατάλυση εργασιακών δικαιωμάτων και περιοριστικά μέτρα στην άσκηση της συνδικαλιστικής δράσης. Όταν αυτή η Κυβέρνηση κατήργησε τον βάσιμο λόγο απόλυσης και δεν επανάφερε την επεκτασιμότητα, τη μονομερή προσφυγή στην διαιτησία, τη συρροή και την ευνοϊκότερη ρύθμιση- βασικές αρχές των ΣΣΕ. Όταν, έναντι των ΣΣΕ και των κλαδικών/επιχειρησιακών Συμβάσεων, κάνει τα χατίρια της αγοράς και προωθεί τις ατομικές συμβάσεις εργασίας. Τότε πώς μπορεί να ευαγγελίζεται την ευρωπαϊκή της σύγκλιση; Ευρωπαίοι στα λόγια, αλλά τριτοκοσμικές συνθήκες εργασίας για την πλειοψηφία της κοινωνίας, αυτό έχει καταφέρει η ΝΔ.
Οι πολιτικές που ακολουθεί η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, γιατί, τελικά, αυτό είναι το πεδίο μέσα στο οποίο θα δοκιμαστεί η ισχύς της Οδηγίας, εξοντώνουν τους εργαζόμενους, διευρύνουν τις ανισότητες, οδηγούν σε στρατιές φτηνών εργατικών χεριών προς όφελος του κέρδους των μεγαλοεργοδοτών και οδηγούν όχι μόνο σε brain drain αλλά σε μια βαθιά και συνολική χειροτέρευση του κοινωνικού επιπέδου. Η παραπάνω Οδηγία, από μια άλλη Κυβέρνηση που θα είχε ξεκάθαρο φιλεργατικό πρόσημο, θα θεωρείτο δώρο και πεδίο για δράση. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, με τη ΝΔ της διαπλοκής, της φοροεπιδρομής στα λαϊκά εισοδήματα και των χαριστικών ρυθμίσεων στα καρτέλ, η Οδηγία, με τις σημειώσεις της πρόσφατης απόφασης του Δικαστηρίου, αποτελεί άλλο ένα πεδίο διεκδίκησης για τους συνδικαλιστικούς φορείς και τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης.
(Ο Γιώργος Γαβρήλος είναι Τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ, Βουλευτής Αργολίδας)




























