Στις 28 Οκτωβρίου 2025, η Amazon ανακοίνωσε την απόλυση 14.000 εργαζομένων, περίπου το 4% του εργατικού δυναμικού της, επικαλούμενη ρητά ως αιτία την αναμενόμενη επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγικότητα της εταιρείας. Στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι οι απολύσεις μπορεί να φτάσουν τελικά τις 30.000, ενώ εσωτερικά έγγραφα της Amazon που δημοσίευσαν οι New York Times, λίγες μέρες νωρίτερα, έδειξαν ότι η εταιρεία σχεδιάζει να αποφύγει πάνω από μισό εκατομμύριο προσλήψεις μέχρι το 2033 μέσω αυτοματοποίησης, εκ των οποίων οι 160.000 από αυτές έως το 2027. Η στρατηγική αυτή, αν και καταστροφική για τους εργαζόμενους, αναμένεται να οδηγήσει σε εξοικονόμηση 12,6 δις δολαρίων μεταξύ 2025 και 2027.
Ακολούθησε ένα ενδιαφέρον άρθρο της Washington Post το οποίο εξήγησε ότι στο χώρο των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας οι απολύσεις (ή έστω ο προγραμματισμός απολύσεων) στο όνομα της τεχνητής νοημοσύνης είναι must. Κάνοντας και προγραμματίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες απολύσεις οι εταιρείες αποδεικνύουν στους μετόχους τους και τις αγορές ότι δεν θα μείνουν πίσω στον ανταγωνισμό σχετικά με το ποιος, πότε και πόσο γρήγορα θα εφαρμόσει σε μεγάλη κλίμακα την τεχνητή νοημοσύνη σε παραγωγικές διαδικασίες. Ο εταιρικός ανταγωνισμός για τις εντυπώσεις, που θα δοθούν στους μετόχους και επενδυτές, έχει μέτρο πόσες ζωές εργαζομένων θα καταστραφούν στο όνομα της τεχνητής νοημοσύνης. Και μόνο αυτή η διαπίστωση θα έπρεπε να είναι αρκετή για να μας κάνει να αμφιβάλλουμε σχετικά με την έννοια της τεχνολογικής προόδου που θα επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη. Ευτυχώς για όλους μας, τέτοιου είδους αμφιβολίες είναι ήδη πολύ περισσότερες και πιο διαδεδομένες από όσο φανταζόμαστε.
Οι αντιστάσεις στο προσκήνιο
Η διαμόρφωση ενός νέου μοντέρνου Λουδισμού είναι ήδη ορατή και σταδιακά φαίνεται να ενισχύεται. Η απεργία των σεναριογράφων του Χόλιγουντ το 2023, που διήρκεσε 148 ημέρες και παρέλυσε τη βιομηχανία του θεάματος, είχε στον πυρήνα της αιτήματα για προστασία έναντι της τεχνητής νοημοσύνης. Τον Οκτώβριο του 2024, περισσότεροι από 13.500 καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων μελών των ABBA, Radiohead και The Cure, καθώς και συγγραφείς όπως ο βραβευμένος με Νόμπελ Kazuo Ishiguro, υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας κατά της χρήσης του έργου τους για την εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Τον Φεβρουάριο του 2025, πάνω από χίλιοι μουσικοί, ανάμεσά τους η Kate Bush, ο Damon Albarn και η Annie Lennox, κυκλοφόρησαν ένα σιωπηλό άλμπουμ σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις προτεινόμενες νομοθετικές αλλαγές στη Βρετανία που θα επέτρεπαν στις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να χρησιμοποιούν υλικό με πνευματικά δικαιώματα χωρίς άδεια. Την ίδια περίοδο, ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο ανέπτυξαν το Nightshade, ένα εργαλείο «δηλητηρίασης δεδομένων» που επιτρέπει στους καλλιτέχνες να αλλάζουν τα pixels των έργων τους με τρόπο αόρατο στο ανθρώπινο μάτι αλλά καταστροφικό για τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Στο Σαν Φρανσίσκο, η ομάδα "Safe Street Rebel" τοποθετούσε κώνους μπροστά στο μπροστινό παρμπρίζ αυτόνομων οχημάτων, παραλύοντας τους αισθητήρες τους. Στο Λος Άντζελες, διανέμονταν αυτοκόλλητα "Anti-Ring" για να καλύψουν τους φακούς των καμερών κουδουνιών. Ο δημοσιογράφος Brian Merchant οργάνωσε «λουδιτικά δικαστήρια» όπου έσπαζε δημόσια συσκευές που το κοινό θεωρούσε περιττές.
Μια έρευνα του 2025 έδειξε ότι το 49% των μαθητών της γενιάς Z ανησυχούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα διαβρώσει την ικανότητά τους για κριτική σκέψη. Στη Σίλικον Βάλεϊ, προγραμματιστές αρνούνται να χρησιμοποιήσουν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να γράψουν κώδικα, φοβούμενοι την υποβάθμιση των δεξιοτήτων τους και την επιτάχυνση της αντικατάστασής τους. Παράλληλα, οι πωλήσεις παλαιού τύπου «μη έξυπνων» κινητών τηλεφώνων (dumbphones) μεταξύ νέων 18-24 ετών εκτινάχθηκαν κατά 148% από το 2021 έως το 2024: φαίνεται ότι πολλοί νέοι αποζητούν μία μείωση της ψηφιοποίησης στη ζωή τους, και διεκδικούν να μεταφέρουν ένα κομμάτι χρόνου τους έξω από το διαδίκτυο και τις εφαρμογές. Η αύξηση κατά 17% στις αναζητήσεις για καταλύματα χωρίς τεχνολογία και η έκρηξη των digital detox retreats, όπου επισκέπτες κλειδώνουν τις συσκευές τους για να απολαύσουν τη σιωπή, αποτελούν μαρτυρία μιας γενιάς που αγωνίζεται να βρει νέες ισορροπίες.
Τεχνολογικός κορεσμός στη Δύση
Οι εξελίξεις αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με δύο διαπλεκόμενες τάσεις που αναδύονται στις δυτικές κοινωνίες: αφενός, τον τεχνολογικό κορεσμό της καθημερινότητας των ανθρώπων από δεκάδες διαφορετικές τεχνολογικές εφαρμογές και, αφετέρου, την αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η διαρκής αύξηση της χρήσης τεχνολογίας δεν κάνει τελικά τις ζωές μας καλύτερες, απλά τις επιταχύνει, μας εξαντλεί και μας αποξενώνει. Αυτή η κατάσταση φυσικά δεν αφορά τις κοινωνίες που στερούνται βασικών υποδομών όπως π.χ. ηλεκτρισμό και ψυγεία. Η διαφορά είναι κρίσιμη: στις δυτικές κοινωνίες, η διαρκής προσθήκη νέων τεχνολογικών εφαρμογών δεν ανταποκρίνεται πλέον σε πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες, αλλά δημιουργεί πλασματικές, με μοναδικό σκοπό την αέναη κατανάλωση και εμπορευματοποίηση. Με άλλα λόγια, έχουμε πλέον ξεπεράσει το σημείο στο οποίο η προσθήκη τεχνολογίας βελτιώνει τις ζωές μας
Ο Jonathan Crary, στο πολυσυζητημένο βιβλίο του “24/7: Late Capitalism and the Ends of Sleep”, περιγράφει με δυστοπική ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο ο όψιμος καπιταλισμός έχει δημιουργήσει μια κοινωνία στην οποία «οι άνθρωποι αναμένεται να είναι παραγωγικοί και διαθέσιμοι όλο το εικοσιτετράωρο». Η τεχνολογία, παρά τις υποσχέσεις απελευθέρωσης, έχει μετατραπεί σε όχημα «ακατάπαυστης συσσώρευσης» που διαλύει τα όρια μεταξύ εργασίας και αναψυχής, μεταξύ μέρας και νύχτας. Ο ύπνος, σημειώνει ο Crary, είναι «διακοπή της κλοπής χρόνου από τον καπιταλισμό», και γι' αυτό πρέπει να καταστραφεί. Όπως παρατηρεί, ο μέσος Βορειοαμερικανός ενήλικας κοιμάται πλέον περίπου 6,5 ώρες τη νύχτα, μείωση σημαντική σε σχέση με τις 8 ώρες μία γενιά πριν και τις 10 ώρες στις αρχές του 20ού αιώνα. Η τεχνητή νοημοσύνη, ενοποιώντας σε ένα ενιαίο οικοσύστημα όλες τις τεχνολογικές εφαρμογές, έρχεται να επιδεινώσει ακόμα περισσότερο τα πράγματα: στην πράξη, αντί να μας απελευθερώσει χρόνο έρχεται να τον «γεμίσει» ακόμα περισσότερο και απαιτεί να τον κάνει πιο παραγωγικό.
Με τι κόστος όμως γίνονται όλα αυτά; Για πολλούς ανθρώπους, το κόστος είναι η εξάντληση, το burnout, η διάβρωση των γνωστικών ικανοτήτων και ένα διαρκές αίσθημα δυσφορίας. Τα στοιχεία είναι συντριπτικά: έρευνες δείχνουν «ισχυρή συσχέτιση, πιθανώς αιτιώδη», μεταξύ της έντονης χρήσης τηλεφώνου και διαδικτύου και της απώλειας αναλυτικών δεξιοτήτων, σημαντικές επιπτώσεις στις διαδικασίες σχηματισμού μνήμης, προβλήματα στη συνθετική σκέψη, περιορισμό του βάθους του λόγου και της ενσυναίσθησης, καθώς και αύξηση του άγχους. Όπως επισημαίνει ο Nicholas Carr στο κλασσικό πλέον άρθρο του "Is Google Making Us Stupid?", το διαδίκτυο με όλα τα προφανή οφέλη του, «μας κλέβει την ικανότητα να διαβάζουμε σε βάθος» και αλλάζει την πλαστικότητα του εγκεφάλου μας, μετατρέποντάς μας από «δύτες σε θάλασσα λέξεων» σε ανθρώπους που γλιστρούν στην επιφάνεια σαν με jet ski.
Η ψηφιακή οικονομία βασίζεται στον ανταγωνισμό για την κατανάλωση της προσοχής των ανθρώπων και οι σημερινές τεχνολογίες είναι πολύ πιο αποτελεσματικές στην απορρόφηση αυτής της προσοχής. Αυτό που η Silicon Valley αποκαλεί «ενίσχυση των ανθρώπινων δυνατοτήτων» οδηγεί σε εξαρτήσεις, δυσφορία, εξάντληση και burnout. Νομίζω ότι πλέον μπορούμε να το δούμε πολύ καθαρά. Η διαρκής ψηφιοποίηση της ζωής μας και η μετατροπή των έξυπνων κινητών σε μέρος του φυσικού μας σώματος και του μυαλού μας είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος: όσο καλύτεροι γινόμαστε στο multitasking, τόσο λιγότερο δημιουργικοί είμαστε στη σκέψη μας. Η αύξηση της παραγωγικότητας μέσω multitasking δεν οδηγεί σε βελτίωση της ποιότητας ζωής, οδηγεί σε περισσότερη εργασία, λιγότερο ύπνο, περισσότερο άγχος.
Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (World Economic Forum), το 2018, κατέταξε τις «δυσμενείς συνέπειες των τεχνολογικών εξελίξεων» ως έναν από τους κορυφαίους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες σήμερα. Πλέον γίνεται ευρέως κατανοητό ότι η ψηφιακή εποχή, όχι μόνο δε συνεπάγεται αυτόματα πρόοδο ή κοινωνική ανάπτυξη, αλλά αυξάνει το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, και μετατρέπει την τεχνολογία σε μέσο κυριαρχίας, ελέγχου και εκμετάλλευσης. Η ολοκληρωτική ψηφιοποίηση της ζωής μας δεν φέρνει τον ερχομό μίας νέας εποχής γνώσης, ενός νέου διαφωτισμού, αλλά επιταχύνει και επιφέρει την ψηφιακή συσκότιση και την απώλεια γνωστικών ικανοτήτων.
Ούτε νοσταλγία, ούτε τεχνοφοβία
Είναι λοιπόν πράγματι ο καιρός να ξανασκεφτούμε στα σοβαρά και να συζητήσουμε σε βάθος τον παλιό και το νέο Λουδισμό. Και στη συζήτηση αυτή, οφείλουμε να αποκαταστήσουμε την τιμή των πρώτων Λουδιτών. Η πιο μεγάλη παρανόηση για τους Λουδίτες είναι ότι ήταν γενικά κατά των μηχανών. Στην πραγματικότητα, ήταν βιοτέχνες και αυτοαπασχολούμενοι εργάτες με βαθιά γνώση της τεχνολογίας. Οι Λουδίτες δεν ήταν, όπως συχνά αλλά εσφαλμένα λέγεται, αντίθετοι στην τεχνολογική πρόοδο, άλλωστε οι ίδιοι ήταν οι εφευρέτες των νέων μηχανών και εξαρτημάτων. Ήταν κάθετα αντίθετοι στην τεχνολογία του εργοστασίου και του εξαναγκασμού της μισθωτής εργασίας, δηλαδή στη χρήση μηχανημάτων για την αντικατάσταση εξειδικευμένων εργατών από ανειδίκευτα παιδιά, αλλά και στη μαζική παραγωγή κατώτερης ποιότητας προϊόντων. Σε πολλές περιπτώσεις, οι στόχοι τους ήταν σαφείς και συγκεκριμένοι: κατώτατος μισθός, τήρηση εργασιακών προτύπων, διαπραγμάτευση με τους εργοδότες. Οι Λουδίτες δεν πολεμούσαν την τεχνολογία, πολεμούσαν την μετατροπή τους από αυτόνομους βιοτέχνες σε μισθωτούς εργάτες, την καταστροφή του τρόπου ζωής και του πολιτισμού τους, τη στέρηση της αξιοπρέπειας και της αυτονομίας τους.
Τον Αύγουστο του 2025, ένα άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ συνόψιζε ως εξής την κατάσταση σε σχέση με την εξέλιξη της τεχνολογίας και της καινοτομίας: «(αυτή την ιστορική περίοδο) η τεχνολογική εξέλιξη καθοδηγείται από πολλά συμφέροντα, η ανθρωπότητα δεν είναι ένα από αυτά». Η τεχνολογία της Silicon Valley δεν υπηρετεί την ανθρωπότητα, αντίθετα τη μετατρέπει σε σύγχρονη ψηφιακή αποικία. Ο νέος Λουδισμός δεν πρέπει να μείνει απλά στο επίπεδο μίας προσωρινής αντίδρασης σε προδιαγεγραμμένες ιστορικές εξελίξεις, μπορεί και πρέπει να δημιουργήσει νέους δρόμους τεχνολογικής εξέλιξης. Για να γίνει κάτι τέτοιο, ο νέος Λουδισμός πρέπει να μελετήσει σε βάθος τόσο την ορμή όσο και τα όρια των Λουδιτών του 19ου αιώνα. Με τον τρόπο αυτό, ο Λουδισμός του 21ου αιώνα δεν θα είναι ούτε μια νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν ούτε μια μορφή τεχνοφοβίας. Θα είναι μια συνειδητή απόφαση να αμφισβητήσουμε ποιος αποφασίζει για το μέλλον μας, με ποιο κόστος και για ποιον. Θα είναι η αναγνώριση ότι καμία τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, και ότι η αντίστασή μας, ακόμα κι αν είναι σιωπηρή, είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της ανθρώπινης αυτονομίας, της δημιουργικότητας και της αξιοπρέπειας στην εργασία.
(Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι σύμβουλος κυκλικής οικονομίας και συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνητή Νοημοσύνη – Άνθρωπος, Φύση, Μηχανές», εκδόσεις Τόπος)





























