Τα τελευταία έτη, και ειδικότερα στο πλαίσιο της διαχείρισης των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καταγράφεται στη χώρα μας μια σημαντική αύξηση των αναθέσεων σε ιδιωτικές εταιρείες παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Η πρακτική αυτή, που συχνά θεμελιώνεται στην αρχή της τεχνοκρατίας, στην πραγματικότητα συνιστά στρατηγική επιλογή συρρίκνωσης των λειτουργιών του δημόσιου τομέα και εδραίωσης πελατειακών σχέσεων μεταξύ της κυβέρνησης και αυτών των συμβουλευτικών εταιρειών οι οποίες συγκροτούν ένα παράλληλο δίκτυο διοίκησης ανταγωνιστικό προς το επίσημο. Στην ουσία, παρατηρείται η μεταβίβαση κρίσιμων δημόσιων λειτουργιών, όπως ο σχεδιασμός και η υλοποίηση προγραμμάτων και πολιτικών, στον ιδιωτικό τομέα.
Πρακτικά, οι συμβουλευτικές εταιρείες εμπλέκονται σε όλη την παραγωγή πολιτικής όπως την εκπόνηση σχεδίων κοινών υπουργικών αποφάσεων, την κατάρτιση προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος για έργα και προγράμματα του Δημοσίου, τη σύνταξη ενημερωτικών εγχειριδίων για τους πολίτες σε μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων, καθώς και τη συγκέντρωση και κωδικοποίηση ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων. Παράλληλα, αναλαμβάνουν τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση χρονοδιαγραμμάτων, τη σύνταξη προϋπολογισμών έργων και προγραμμάτων και την κοστολόγηση κρίσιμων παραμέτρων, όπως τα κριτήρια επιλεξιμότητας των ωφελουμένων.
Η εν λόγω πολιτική έχει άμεσες και πολυδιάστατες συνέπειες, οι οποίες εκδηλώνονται σε διάφορους τομείς. Πρώτον, προκύπτει σοβαρό ζήτημα όσον αφορά την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος, όταν οι ίδιες συμβουλευτικές εταιρείες —σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και τα ίδια πρόσωπα— αναλαμβάνουν ταυτόχρονα ρόλους συμβούλων τόσο στον δημόσιο τομέα όσο και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επίσης, η ανάθεση έργων σε συμβουλευτικές εταιρείες υπονομεύει τη συνέχεια του κράτους και τη θεσμική μνήμη. Οι εταιρείες δεν φέρουν ευθύνη για την εφαρμογή των πολιτικών, παρακάμπτουν τις αρμόδιες υπηρεσίες και οδηγούν σε εξάρτηση από εξωτερική τεχνογνωσία, αποδυναμώνοντας τη δημόσια διοίκηση και τους καταρτισμένους υπαλλήλους της (όπως οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης). Τέλος, η ανάθεση έργων στον ιδιωτικό τομέα συνεπάγεται σημαντική επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος που θα προέκυπτε από την αξιοποίηση των υφιστάμενων πόρων και δυνατοτήτων του δημοσίου τομέα.
Σε πρόσφατο νομοσχέδιο η κυβέρνηση επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα, που η ίδια δημιούργησε, με την ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου Εμπειρογνωμοσύνης Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων-REFORM GREECE που θα έχει ως βασική αποστολή την παροχή εμπειρογνωμοσύνης σε εθνικό επίπεδο και την προώθηση της ελληνικής τεχνογνωσίας σε διεθνές πλαίσιο. Ωστόσο, η επιλογή αυτή αναπαράγει το υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο διακυβέρνησης, που χαρακτηρίζει το επιτελικό κράτος από τη σύσταση του, και το οποίο έχει αποδειχθεί ότι παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες π.χ. χαμηλές δυνατότητες ανατροφοδότησης, έλλειψη συντονισμού, αδιαφάνεια, επιβράδυνση διαδικασιών και αποφάσεων. Παράλληλα, δημιουργούνται αλληλεπικαλύψεις με υπάρχοντες αντίστοιχους οργανισμούς όπως το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΚΔΔΑ), οδηγώντας σε σημαντική σπατάλη πόρων.
Εν αντιθέσει, αυτό που χρειάζεται για την ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους είναι η εφαρμογή ενός αποκεντρωτικού μοντέλου που θα έχει ως στόχο να αναπροσανατολίσει τη δομή και τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης στην παραγωγή γνώσης, ιδεών και καινοτομίας, αφενός βελτιώνοντας συνολικά την αποτελεσματικότητα του συστήματος αφετέρου διασφαλίζοντας τη διαφάνεια και την λογοδοσία . Στο πλαίσιο αυτό, οι διαδικασίες παραγωγής, παροχής και ανταλλαγής τεχνογνωσίας θα διαχέονται σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης, συμπεριλαμβανομένης της τοπικής αυτοδιοίκησης και θα εμπλέκουν όσο το δυνατόν περισσότερους δημοσίους υπαλλήλους. Ένα τέτοιο μοντέλο δύναται να σχεδιάζει και να εφαρμόζει πολιτικές βασιζόμενο στο πλούσιο σε προσόντα εργατικό δυναμικό του. Ταυτόχρονα συσσωρεύει γνώση διασφαλίζοντας την διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αναπτυξιακή εξειδίκευση που χρειάζεται η κάθε περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας στο πλαίσιο ενός Αναπτυξιακού και Δημοκρατικού κράτους.
Οι βασικοί άξονες ενός τέτοιου εναλλακτικού μοντέλου για τη γνώση και τη καινοτομία στο δημόσιο τομέα θα πρέπει να περιλαμβάνουν:
1. Δραστικό περιορισμό της ανάθεσης υπηρεσιών σε ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες.
2. Αξιοποίηση και ενίσχυση των υφιστάμενων μονάδων εμπειρογνωμόνων, όπως το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων και η Μονάδα Εμπειρογνωμόνων Κοινωνικών Υποθέσεων (ΜΕΚΥ), καθώς και δημιουργία νέων μονάδων σε επίπεδο υπουργείων, περιφερειών και μεγάλων δήμων, στελεχωμένων με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων (μηχανικοί, οικονομολόγοι, νομικοί).
3. Εκπαίδευση του προσωπικού του δημοσιου τομέα σε σύγχρονα εργαλεία διοίκησης έργου (π.χ. MS Project) και προσομοίωσης της επίδρασης δημόσιων πολιτικών, όπως το Euromod και το TaxBen του ΟΟΣΑ.
4. Επέκταση και αναβάθμιση των διυπουργικών, ενδουπουργικών και διαδημοτικών ομάδων εργασίας, προκειμένου να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά σύνθετα ζητήματα δημόσιας διοίκησης και δημόσιας πολιτικής.
5. Διασφάλιση της ύπαρξης ανοιχτών, προσβάσιμων και επικαιροποιημένων δημόσιων δεδομένων.
6. Ανάπτυξη και εφαρμογή προηγμένων αναλυτικών μεθόδων (advanced analytics) με στόχο η λήψη των αποφάσεων κατά το σχεδιασμό και την υλοποίηση δημόσιων πολιτικών να βασίζεται στην επιστημονική τεκμηρίωση
Η παραγωγή γνώσης και καινοτομίας στο δημόσιο τομέα είναι μια καίρια λειτουργία για το αναπτυξιακό άλμα που χρειάζεται το ελληνικό κράτος. Η κατασπατάληση πόρων σε εταιρείες που υπακούν στο ιδιωτικό συμφέρον αλλά και η δημιουργία αλληλεπικαλυπτόμενων δομών παραπέμπουν σε αποτυχημένες πρακτικές που οδήγησαν στη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους. Αντιθέτως, η επένδυση στις ικανότητες του προσωπικού του δημόσιου τομέα αλλά και η σωστή οργάνωση των δομών και λειτουργιών αποτελούν αναντικατάστατες προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.
(Ο Bασίλης Δελής είναι Απόφοιτος Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης-Ο Γιώργος Σπανουδάκης είναι Απόφοιτος Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης)
























