Το σύνολο των δημοσκοπήσεων που είδαν το φως της δημοσιότητας αμέσως μετά τα συλλαλητήρια για την τραγωδία των Τεμπών έδειξαν μία αξιοσημείωτη υποχώρηση της κυβερνητικής παράταξης και ταυτόχρονη άνοδο για την Ελληνική Λύση, την Πλεύση Ελευθερίας και τη Φωνή Λογικής που φαίνονται σε αυτή τη φάση να λειτουργούν ως υποδοχείς της λαϊκής δυσαρέσκειας.
Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι αν αυτή η διεύρυνση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων τα οποία περιγράφονται και ως αντισυστημικά μπορεί να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά που θα αντέξουν στο χρόνο και θα αποκτήσουν πολιτικό βάθος.
Σε πολλούς η εικόνα των συλλαλητηρίων για τα Τέμπη θύμισε κάτι από τις πλατείες των αγανακτισμένων της περιόδου του μνημονίου και η αλήθεια είναι ότι το κεντρικό μήνυμα των συγκεντρώσεων όπως και η στόχευσή τους ήταν κατά βάση αντικυβερνητικό. Η κριτική ωστόσο επικεντρώθηκε σε ένα συγκεκριμένο γεγονός και αφορούσε τους άστοχους χειρισμούς της κυβέρνησης πριν και μετά το τραγικό δυστύχημα. Δεν αφορούσε το σύνολο της εφαρμοζόμενης πολιτικής και σίγουρα δεν είχε πολιτική αφετηρία. Μπορεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης να σπεύδουν για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη τον τόνο ωστόσο τον δίνουν οι συγγενείς των θυμάτων και η κοινωνική οργή που αναζητά δικαιοσύνη και αποκάλυψη όλων των πτυχών αυτής της εθνικής τραγωδίας.
Το κοινωνικό κλίμα σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει αυτό του 2012 όταν στη χώρα είχαν επικρατήσει συνθήκες προεπαναστατικής κατάστασης όπου αμφισβητούνταν η ικανότητα και το δικαίωμα της ηγεσίας να διοικεί. Το 2012 στις πλατείες των αγανακτισμένων τέθηκε σε ευθεία αμφισβήτηση η συνολική λειτουργία του συστήματος που περιλάμβανε όλους τους πυλώνες και τους φορείς εξουσίας. Σήμερα μπορεί να ασκείται πολύ έντονη κριτική στην κυβέρνηση και να της καταλογίζεται απόπειρα συγκάλυψης δεν αμφισβητείται όμως η εξουσία της ούτε όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις έχει εμφανιστεί δυσαρμονία μεταξύ της λαϊκής βούλησης και της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης. Μπορεί να παρατηρούνται κάποιες μετατοπίσεις στο εκλογικό σώμα αυτές όμως δεν είναι προσώρας τουλάχιστον ικανές να ανατρέψουν τους συσχετισμούς και να αναδιατάξουν το πολιτικό σύστημα. Εάν υπήρχε οποιαδήποτε τέτοια υποψία το μόνο σίγουρο είναι ότι πρώτα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα ζητούσαν επιτακτικά πρόωρη προσφυγής στις κάλπες. Κάτι τέτοιο όμως βλέπουμε ότι δεν συμβαίνει και αυτό γιατί το σύνολο της αντιπολίτευσης γνωρίζει ότι δεν μπορεί να προκαλέσει ανατροπή της κυβέρνησης και το πιο πιθανό σενάριο που μπορεί να προκύψει θα είναι η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης γεγονός που θα οδηγούσε τη χώρα σε μία παρατεταμένη αστάθεια και ανασφάλεια.
Αποτυπώνεται σε ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος πολιτική κόπωση από τη μακροχρόνια διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και κυρίως από την κυριαρχία Μητσοτάκη που φαίνεται επιπλέον ισχυρή εξαιτίας της απουσίας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης. Η κόπωση αυτή εκφράζεται μέσω των συλλαλητηρίων για τα Τέμπη δεν μπορεί όμως ακόμη να αποκτήσει μόνιμα πολιτικά χαρακτηριστικά αντιπαράθεσης ούτε να αμφισβητήσει το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής. Το σίγουρο είναι ότι πλήττει και προκαλεί σημαντικές ρωγμές στο πρωθυπουργικό προφίλ που ήταν και παραμένει το ισχυρό κυβερνητικό χαρτί δεν διαθέτει όμως ούτε το απαραίτητο ιδεολογικό υπόστρωμα ούτε περιγράφει μία συνεκτική αντιπρόταση. Οι αντιδράσεις παραμένουν στο επίπεδο της διαμαρτυρίας και για αυτό διαχέονται ως εκλογική συμπεριφορά στα κόμματα διαμαρτυρίας. Κόμματα κατά βάση προσωποπαγή για τα οποία η πλειοψηφία δεν πιστεύει ότι μπορούν να μετατραπούν σε κόμματα ικανά να διεκδικήσουν την εξουσία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2010-12 μπορεί να είχε ως αφετηρία μία περιορισμένη εκλογική επιρροή ήταν όμως ένα κόμμα με ιστορικές αναφορές, ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία, με στελεχιακό δυναμικό και συγκροτημένο ιδεολογικό πλαίσιο. Τα κόμματα που βλέπουμε αυτή τη στιγμή να γίνονται υποδοχείς της κοινωνικής αντίδρασης δεν διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά ούτε εκλαμβάνονται από την κοινή γνώμη ως φορείς νέων ιδεών ικανών να προκαλέσουν ανατροπή των συσχετισμών. Επιπλέον κεφαλαιοποιούν δημοσκοπικά την κυβερνητική φθορά και εξαιτίας του γεγονότος ότι ειδικά ο κ. Βελόπουλος και η κ. Κωνσταντοπούλου έχουν αναδείξει με εμφατικό τρόπο τις κυβερνητικής αστοχίες στην υπόθεση των Τεμπών και έχουν επί της ουσίας σε μεγάλο βαθμό πρωτοστατήσει στην ανάδειξη πτυχών που έχουν φέρει την κυβέρνηση σήμερα σε δύσκολη θέση. Όσον αφορά το κόμμα της κ. Λατινοπούλου η ανοδική του τάση δεν έχει ευθεία σύνδεση με τη συγκεκριμένη υπόθεση αλλά σχετίζεται με μία συνολική δεξιά μετατόπιση ενός τμήματος των εκλογικού σώματος που είχε στηρίξει τη ΝΔ στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις και χρεώνει πλέον στην κυβερνητική παράταξη την απομάκρυνση της από βασικές αρχές και παραδόσεις της κεντροδεξιάς ταυτότητας.
Ο πολιτικός χρόνος θα δείξει αν αυτές οι μετατοπίσεις θα αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα και θα διατηρηθούν ως την επόμενη εθνική κάλπη ή θα υποχωρήσουν υπό το βάρος των πολιτικών διλλημάτων που θα τεθούν και θα αφορούν κυρίως στην κυβερνησιμότητα της χώρας.
(Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής ερευνών GPO- Το άρθρο αναδημοσιεύεται από την εφημερίδα "Παραπολιτικά")































