Μπορεί η μείωση κατά 40 λεπτά στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 20 λεπτά στο diesel και κατά 10 λεπτά στην αμόλυβδη, σε συνδυασμό με την αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30%, να ανακουφίσει ουσιαστικά τα νοικοκυριά; Παρά το άμεσο οικονομικό όφελος, η περιορισμένη διάρκεια των επιδοτήσεων, το υψηλό κόστος προμήθειας πετρελαίου και η αβεβαιότητα για την πορεία των διεθνών τιμών δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο οι νέες παρεμβάσεις επαρκούν για να προστατεύσουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η κυβερνητική ανακοίνωση για τις νέες επιδοτήσεις στα καύσιμα έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή κρίση συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και το πετρέλαιο είναι στα 106 δολάρια το βαρέλι.
Η συνδυασμένη παρέμβαση κράτους και διυλιστηρίων μειώνει την εκτιμώμενη τιμή του πετρελαίου θέρμανσης από τα 1,95 στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το επίδομα θέρμανσης αυξάνεται κατά 30% για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027. Πρόκειται αναμφίβολα για ελάφρυνση, ιδιαίτερα για τις οικογένειες που πληρούν τα κριτήρια χορήγησης του επιδόματος. Ωστόσο, οι ανάγκες θέρμανσης θα απομυζήσουν εφέτος τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Πόσο κερδίζουν πραγματικά τα νοικοκυριά από τη μείωση στο πετρέλαιο θέρμανσης
Το πρόβλημα γίνεται περισσότερο κατανοητό μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα. Μια τετραμελής οικογένεια που χρειάζεται 1.500 λίτρα πετρελαίου για να καλύψει τις ανάγκες της τον χειμώνα θα έπρεπε, με τιμή 1,95 ευρώ το λίτρο, να διαθέσει 2.925 ευρώ. Εάν μπορούσε να αγοράσει ολόκληρη την ποσότητα κατά τη διάρκεια ισχύος της επιδότησης, το κόστος θα περιοριζόταν στα 2.325 ευρώ, εξασφαλίζοντας όφελος 600 ευρώ. Πόσες οικογένειες, όμως, διαθέτουν τη δυνατότητα να καταβάλουν μέσα σε λίγες ημέρες περισσότερα από 2.300 ευρώ για να επωφεληθούν πλήρως από την έκπτωση; Για όσους αγοράζουν πετρέλαιο τμηματικά, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, το τελικό όφελος μπορεί να είναι αισθητά μικρότερο.
Ας υποθέσουμε ότι η ίδια οικογένεια αγοράζει 500 λίτρα τον Οκτώβριο, αξιοποιώντας τη μειωμένη τιμή των 1,55 ευρώ, και τα υπόλοιπα 1.000 λίτρα τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο. Εάν τότε η τιμή βρίσκεται στα 1,95 ευρώ, η συνολική δαπάνη θα ανέλθει στα 2.725 ευρώ. Η εξοικονόμηση θα περιοριστεί στα 200 ευρώ, αντί των 600 ευρώ που θα εξασφάλιζε εάν η έκπτωση ίσχυε για ολόκληρη την ποσότητα. Πρόκειται για υποθετικό παράδειγμα, καθώς κανείς δεν γνωρίζει σήμερα πώς θα κινηθούν οι τιμές τους επόμενους μήνες. Αναδεικνύει, ωστόσο, μια ουσιαστική αδυναμία του μέτρου: όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν μεγάλες ποσότητες πετρελαίου άμεσα μπορούν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο όφελος, ενώ όσοι αναγκάζονται να προμηθεύονται μικρότερες ποσότητες ενδέχεται να επωφεληθούν λιγότερο.
Επίδομα θέρμανσης: Τα επιπλέον ποσά και τα νοικοκυριά που μένουν εκτός
Αντίστοιχοι προβληματισμοί προκύπτουν και από την αύξηση του επιδόματος θέρμανσης. Ένα νοικοκυριό που πέρυσι δικαιούνταν 500 ευρώ θα λάβει φέτος 650 ευρώ, δηλαδή 150 ευρώ περισσότερα. Εάν, όμως, η οικογένεια χρειαστεί να δαπανήσει συνολικά 2.500 ή 3.000 ευρώ για τη θέρμανσή της, η πρόσθετη ενίσχυση καλύπτει ένα σχετικά μικρό μέρος της συνολικής δαπάνης. Ακόμη και για νοικοκυριό που δικαιούται επίδομα 800 ευρώ, η αύξηση στα 1.040 ευρώ μεταφράζεται σε πρόσθετο όφελος 240 ευρώ για ολόκληρο τον χειμώνα. Το ερώτημα είναι εάν αυτά τα ποσά μπορούν να αντισταθμίσουν ενδεχόμενες νέες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, ιδιαίτερα σε περιοχές με χαμηλές θερμοκρασίες και αυξημένες ανάγκες θέρμανσης.
Υπάρχει, παράλληλα, το ζήτημα των νοικοκυριών που δεν δικαιούνται επίδομα. Τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια παραμένουν αμετάβλητα, με αποτέλεσμα οικογένειες που βρίσκονται λίγο πάνω από τα προβλεπόμενα όρια να μην έχουν πρόσβαση στην πρόσθετη ενίσχυση. Μια οικογένεια με δύο παιδιά, στεγαστικό δάνειο ή υψηλό ενοίκιο μπορεί να αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της, ακόμη και αν το δηλωθέν εισόδημά της υπερβαίνει οριακά το όριο επιδότησης. Για αυτά τα νοικοκυριά, η μόνη ελάφρυνση είναι η προσωρινή μείωση της τιμής του πετρελαίου, χωρίς πρόσθετη προστασία για τους υπόλοιπους μήνες.
Μικρό το όφελος από τις επιδοτήσεις στα καύσιμα
Περιορισμένη είναι η οικονομική επίδραση και στις καθημερινές μετακινήσεις. Ένας εργαζόμενος που χρησιμοποιεί βενζινοκίνητο αυτοκίνητο και γεμίζει το ρεζερβουάρ του με 50 λίτρα θα εξοικονομήσει 5 ευρώ ανά γέμισμα. Εάν αγοράσει συνολικά 100 λίτρα κατά τη διάρκεια εφαρμογής της επιδότησης, το όφελος θα φτάσει τα 10 ευρώ. Στο diesel, ένας οδηγός που προμηθεύεται 50 λίτρα θα εξοικονομήσει 10 ευρώ. Πρόκειται για ποσά που προσφέρουν μια μικρή ανακούφιση, αλλά δύσκολα μεταβάλλουν ουσιαστικά το μηνιαίο κόστος μετακίνησης, ιδιαίτερα για εργαζόμενους που διανύουν καθημερινά μεγάλες αποστάσεις ή για επαγγελματίες που εξαρτώνται από τη χρήση οχημάτων.
Επιπλέον, οι επιδοτήσεις δεν εξασφαλίζουν ότι οι τελικές τιμές θα παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα. Εάν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου αυξηθούν περαιτέρω, μέρος της κρατικής ενίσχυσης μπορεί να απορροφηθεί από τις ανατιμήσεις. Για παράδειγμα, μια αύξηση της τιμής της αμόλυβδης κατά 15 λεπτά το λίτρο θα υπερκάλυπτε την επιδότηση των 10 λεπτών, αφήνοντας τον καταναλωτή να πληρώνει τελικά 5 λεπτά περισσότερα από όσα πλήρωνε πριν από την αύξηση και την επιδότηση. Αντίστοιχα, αύξηση κατά 30 λεπτά στο diesel θα εξουδετέρωνε τη συνολική έκπτωση των 20 λεπτών και θα οδηγούσε σε καθαρή επιβάρυνση 10 λεπτών ανά λίτρο.
Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των νέων παρεμβάσεων ανέρχεται σε 98 εκατ. ευρώ, από τα οποία 46 εκατ. ευρώ κατευθύνονται στις επιδοτήσεις καυσίμων και 52 εκατ. ευρώ στην αύξηση του επιδόματος θέρμανσης. Το ποσό δεν είναι αμελητέο, ωστόσο η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί από το πραγματικό όφελος που θα φτάσει στα νοικοκυριά και από τη διάρκεια της προστασίας που θα προσφέρει.






























