Στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών δεκαετιών εκτινάχθηκε την Τρίτη το κόστος δανεισμού της Ιαπωνίας, καθώς η νέα υποχώρηση του γεν ενίσχυσε τις προσδοκίες για παρέμβαση από το Τόκιο, αλλά και για περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας.
Η απόδοση του δεκαετούς ιαπωνικού κρατικού ομολόγου ενισχύθηκε κατά περίπου 6 μονάδες βάσης, ξεπερνώντας οριακά το 3% για πρώτη φορά από το 1996. Η άνοδος σημειώθηκε σε ένα ευρύτερα αρνητικό περιβάλλον για τις διεθνείς αγορές ομολόγων, με τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών τίτλων να κινούνται επίσης υψηλότερα.
Οι πιέσεις στις αγορές κρατικού χρέους έχουν ενταθεί, καθώς η επανέναρξη των στρατιωτικών εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αναζωπύρωσε τους φόβους για τον πληθωρισμό και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια νέα γεωπολιτική κρίση στις τιμές της ενέργειας και στην παγκόσμια οικονομία.
Στο επίκεντρο των επενδυτών βρίσκεται παράλληλα το γεν, το οποίο διαπραγματεύθηκε πάνω από το επίπεδο των 160 γεν ανά δολάριο, μια περιοχή που θεωρείται από αρκετούς παράγοντες της αγοράς κρίσιμη για το ενδεχόμενο νέας παρέμβασης στις αγορές συναλλάγματος. Οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία είχαν πραγματοποιήσει μια σπάνια συντονισμένη παρέμβαση στα τέλη Ιουλίου για τη στήριξη του ιαπωνικού νομίσματος, ωστόσο έκτοτε το γεν έχει χάσει μεγάλο μέρος των κερδών του.
Τις προσδοκίες για νέες κινήσεις από το Τόκιο ενίσχυσαν οι δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ. Σε συνέντευξή του στο CNBC, ο Μπέσεντ ανέφερε ότι διαθέτει πληροφορίες που δεν έχει η αγορά και εξέφρασε την πεποίθηση ότι τόσο η ιαπωνική κυβέρνηση όσο και η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να οδηγήσουν σε ισχυρότερο γεν.
Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που επικαλέστηκε το ιαπωνικό δίκτυο NHK, ο Μπέσεντ υπογράμμισε επίσης την ανάγκη η Ιαπωνία να παρουσιάσει με σαφήνεια την πορεία της προς τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, κάνοντας παράλληλα αναφορά στην ανάγκη αύξησης των επιτοκίων. Οι σχετικές επισημάνσεις έγιναν σε ξεχωριστές συναντήσεις του με την υπουργό Οικονομικών της Ιαπωνίας, Σατσούκι Καταγιάμα, και τον διοικητή της Τράπεζας της Ιαπωνίας, Καζούο Ουέντα.
Η Καταγιάμα δήλωσε από την πλευρά της ότι Ουάσιγκτον και Τόκιο συμφώνησαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους με στόχο «ομαλές» κινήσεις στην ισοτιμία του γεν και τη διατήρηση της σταθερότητας στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, τόνισε ότι οι δύο πλευρές παραμένουν έτοιμες να αντιδράσουν σε περίπτωση «άτακτων» ή υπερβολικών κινήσεων στην αγορά συναλλάγματος.
Πονοκέφαλος
Η πολυετής αποδυνάμωση του γεν αποτελεί αυξανόμενο πονοκέφαλο για την ιαπωνική κυβέρνηση, καθώς καθιστά ακριβότερες τις εισαγωγές και εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, το ζήτημα απασχολεί και την Ουάσιγκτον, δεδομένου ότι η Ιαπωνία αποτελεί τον μεγαλύτερο ξένο κάτοχο αμερικανικού κρατικού χρέους.
Μια μεγάλης κλίμακας παρέμβαση για τη στήριξη του γεν θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μέσω πωλήσεων αμερικανικών κρατικών ομολόγων, εξέλιξη που θα μπορούσε να ασκήσει πρόσθετη ανοδική πίεση στις αποδόσεις των Treasurys σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού βρίσκεται ήδη σε υψηλά επίπεδα. Ισχυρές αναταράξεις στην ιαπωνική αγορά θα μπορούσαν, σύμφωνα με αναλυτές, να μεταδοθούν ευρύτερα στις διεθνείς αγορές και να επηρεάσουν ακόμη και την πορεία του δολαρίου.
Η άνοδος των ιαπωνικών αποδόσεων αντανακλά ταυτόχρονα τις αυξανόμενες πιθανότητες νέας αύξησης των επιτοκίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας μέσα στον Σεπτέμβριο. Ο Takuji Okubo, διευθύνων σύμβουλος της Japan Macro Advisors, εκτιμά ότι η αγορά ενδέχεται πλέον να αναθεωρεί προς τα πάνω το επίπεδο στο οποίο θα κορυφωθούν τα ιαπωνικά επιτόκια στον τρέχοντα κύκλο, από περίπου 1,5% προηγουμένως στο 1,75% ή ακόμη υψηλότερα.
Το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας της Ιαπωνίας βρίσκεται σήμερα στο 1%. Παρά το γεγονός ότι μια απόδοση 3% στο δεκαετές ομόλογο είναι ιδιαίτερα υψηλή με βάση τα ιστορικά δεδομένα της χώρας, ο Okubo εκτιμά ότι η εξέλιξη αποτελεί ακόμη ένα βήμα στην απομάκρυνση της Ιαπωνίας από τη μακρά περίοδο αποπληθωρισμού και στην προσαρμογή της σε ένα οικονομικό περιβάλλον όπου πληθωρισμός της τάξης του 2% αντιμετωπίζεται πλέον ως φυσιολογικός.































