Με αιχμή τους περισσότερους από 1.740 κωδικούς που εντάσσονται στην Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών, η κυβέρνηση επιχειρεί να εκπέμψει μήνυμα αποκλιμάκωσης της ακρίβειας και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Οι επίσημοι πίνακες πράγματι καταγράφουν μειώσεις σε επώνυμα προϊόντα, είδη ιδιωτικής ετικέτας, σχολικά και νωπά κρέατα. Ωστόσο, πίσω από τους μέσους όρους και τα ποσοστά υπάρχει ένα κρίσιμο κενό που μέχρι στιγμής δεν έχει καλυφθεί: δεν έχει καταστεί εμφανές πόσοι από αυτούς τους κωδικούς είχαν αυξηθεί το προηγούμενο διάστημα και σε ποιο ύψος πριν ενταχθούν στη νέα πρωτοβουλία.
Το όφελος για τον καταναλωτή
Αυτό το στοιχείο είναι καθοριστικό για να αξιολογηθεί το πραγματικό όφελος για τον καταναλωτή. Οι επίσημοι κατάλογοι εμφανίζουν για κάθε προϊόν περιγραφή, barcode και ποσοστό μείωσης, σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα με εύρος «από» και «έως». Δεν αποτυπώνουν, όμως, την προηγούμενη διαδρομή της τιμής του κάθε κωδικού. Έτσι, ο καταναλωτής μπορεί να δει ότι ένα προϊόν μειώνεται κατά 5%, 10% ή και περισσότερο, αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει από τα ίδια στοιχεία αν είχε προηγουμένως ανατιμηθεί κατά 8%, 15% ή 20%.
Η διαφορά μόνο θεωρητική δεν είναι. Αν ένα προϊόν κόστιζε πριν από μερικούς μήνες 5 ευρώ, αυξήθηκε στα 6 ευρώ και τώρα μειωθεί κατά 10%, η νέα τιμή θα διαμορφωθεί στα 5,40 ευρώ. Στο ράφι θα εμφανίζεται μια καθαρή και ορατή μείωση 10%, όμως ο καταναλωτής θα εξακολουθεί να πληρώνει 8% περισσότερο σε σχέση με την αρχική τιμή των 5 ευρώ. Σε ένα προϊόν που είχε ανέβει από τα 10 στα 12 ευρώ και τώρα μειώνεται κατά 5%, η τελική τιμή θα είναι 11,40 ευρώ. Δηλαδή, η «μείωση» θα επιστρέψει μόλις ένα μέρος της προηγούμενης ανατίμησης.
Ακριβώς γι’ αυτό ο μεγάλος αριθμός των 1.740 κωδικών δεν αρκεί από μόνος του για να αποδείξει γενικευμένη αποκλιμάκωση του κόστους ζωής. Χρειάζεται να είναι γνωστό πόσοι από αυτούς τους κωδικούς είχαν αυξηθεί πριν από την ένταξή τους στην πρωτοβουλία, πότε αυξήθηκαν, κατά πόσο και ποια είναι η τελική καθαρή μεταβολή της τιμής τους σε βάθος χρόνου.
Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος μίλησε σήμερα για μέσο όρο μείωσης τιμής 9,5%, ωστόσο αυτό είναι παραπλανητικό. Χωρίς την τιμή αναφοράς πριν από τις ανατιμήσεις, δεν μπορεί να γίνει σαφές αν η τελική τιμή είναι πραγματικά χαμηλότερη σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν ή αν απλώς περιορίζει μια αύξηση που είχε ήδη προηγηθεί.
Αν ένα βασικό προϊόν καθημερινής κατανάλωσης είχε ανατιμηθεί κατά 12% τους προηγούμενους μήνες και σήμερα μειώνεται κατά 5%, ο καταναλωτής εξακολουθεί να βρίσκεται σε χειρότερη θέση από πριν. Αντιθέτως, αν δεν είχε προηγηθεί καμία ανατίμηση και μειώνεται τώρα κατά 5%, τότε πρόκειται για καθαρό όφελος. Αυτές οι δύο περιπτώσεις είναι εντελώς διαφορετικές για το πορτοφόλι του νοικοκυριού, όμως στους δημοσιοποιημένους πίνακες εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο: ως «μείωση 5%».
Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Στις πρώτες κιόλας καταγραφές εμφανίζονται αρκετοί κωδικοί με μείωση 5%, ενώ σε άλλες κατηγορίες υπάρχουν μειώσεις 10%, 14%, 20% ή και 22%. Η διασπορά των ποσοστών είναι μεγάλη και αυτό από μόνο του δείχνει ότι δεν υπάρχει μία ενιαία εικόνα για όλη την αγορά.
Σχολικά είδη
Το ίδιο ισχύει και για τα σχολικά είδη, όπου αρκετοί κωδικοί καταγράφουν μειώσεις 10% και 15%. Πρόκειται για ποσοστά που μπορούν να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι οικογένειες επιβαρύνονται από το κόστος της νέας σχολικής χρονιάς. Παρ’ όλα αυτά, ούτε εδώ παρέχεται από τους πίνακες πλήρες ιστορικό τιμών ώστε να είναι εμφανές αν οι μειώσεις ακολουθούν προηγούμενες αυξήσεις.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα νωπά κρέατα, όπου καταγράφονται ακόμη και μειώσεις μόλις 2% σε ορισμένους κωδικούς. Σε ένα προϊόν αξίας 15 ευρώ, μείωση 2% σημαίνει όφελος 30 λεπτών. Αν το ίδιο προϊόν είχε προηγουμένως αυξηθεί κατά 1 ή 2 ευρώ, η νέα παρέμβαση θα αντιπροσώπευε ένα πολύ μικρό μέρος της προηγούμενης επιβάρυνσης.
Το ουσιαστικό πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει έναν αριθμό κωδικών και έναν μέσο όρο μειώσεων, χωρίς να συνοδεύει την εικόνα αυτή με ένα πλήρες ιστορικό τιμών. Και αυτό δυσκολεύει την αξιολόγηση του κατά πόσο πρόκειται για πραγματική ανατροπή της ακρίβειας ή για μερική επιστροφή από υψηλότερα επίπεδα που είχαν ήδη διαμορφωθεί.
Για να υπάρχει πλήρης εικόνα, θα χρειαζόταν για κάθε κωδικό να δημοσιοποιούνται τουλάχιστον τρία σημεία αναφοράς: η τιμή πριν από την πρόσφατη περίοδο ανατιμήσεων, η τιμή αμέσως πριν από την ένταξη στη δράση και η νέα μειωμένη τιμή. Μόνο έτσι θα μπορούσε να φανεί αν ένα προϊόν είναι πράγματι φθηνότερο ή απλώς λιγότερο ακριβό από ό,τι ήταν πριν από λίγες εβδομάδες.




























