Ο πόλεμος στο Ιράν, οι έντονες διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας, ο επίμονος πληθωρισμός, τα υψηλά κρατικά χρέη, οι αποφάσεις των μεγάλων κεντρικών τραπεζών και οι πολιτικές εξελίξεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ δημιουργούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό σκηνικό για το φθινόπωρο.
Στο επίκεντρο παραμένει ο πόλεμος στο Ιράν και κυρίως η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις, καθώς οι αγορές επιχειρούν να εκτιμήσουν εάν, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα αποκατασταθεί η ομαλή διέλευση από μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου.
Οι εξελίξεις έχουν ενισχύσει τις μετοχές των πετρελαϊκών ομίλων, αλλά ταυτόχρονα αυξάνουν το κόστος για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις και αναζωπυρώνουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας επηρεάζουν παράλληλα τις αγορές κρατικών ομολόγων, καθώς ενισχύονται οι φόβοι ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η παγκόσμια οικονομία έχει μέχρι στιγμής επιδείξει ανθεκτικότητα απέναντι στην αύξηση του ενεργειακού κόστους. Ωστόσο, τα αποθέματα που περιόρισαν τις συνέπειες του αρχικού σοκ αρχίζουν να εξαντλούνται. Το άμεσο ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις συνομιλίες μεταξύ Ιράν και Ομάν για τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ, ενώ σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου εξετάζονται οι αλλαγές που μπορεί να επιφέρει η κρίση στην ενεργειακή αρχιτεκτονική της περιοχής, μεταξύ άλλων μέσω νέων αγωγών που θα παρακάμπτουν τα Στενά.
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά τις κεντρικές τράπεζες. Η Federal Reserve και η Τράπεζα της Ιαπωνίας συνεδριάζουν μέσα στην ίδια εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει τη μεταβλητότητα στις αγορές συναλλάγματος, ομολόγων και μετοχών.
Στις ΗΠΑ, η προσοχή στρέφεται στη συνεδρίαση της Fed στις 16 Σεπτεμβρίου, με τις αγορές να αποτιμούν περίπου στο 40% την πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων. Η πρόσφατη παρέμβαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών στην αγορά ομολόγων προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς ενδέχεται να επηρεάσει τα μηνύματα που εκπέμπουν οι αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων.
Δύο ημέρες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, το ενδιαφέρον μεταφέρεται στην Ιαπωνία. Μετά την πρόσφατη παρέμβαση για τη στήριξη του γιεν, οι αγορές αναμένουν αύξηση των επιτοκίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας, με ιδιαίτερη σημασία να αποδίδεται και στις ενδείξεις που θα δώσει για την πορεία της νομισματικής πολιτικής τους επόμενους μήνες.
Το τρίτο μεγάλο τεστ αφορά την τεχνητή νοημοσύνη και ειδικότερα την Anthropic. Η εταιρεία πίσω από το Claude ενδέχεται να αποτελέσει την επόμενη μεγάλη εταιρεία τεχνολογίας που θα εισαχθεί στο χρηματιστήριο, μετά την αρχική δημόσια εγγραφή της SpaceX τον Ιούνιο.
Η Anthropic επιδιώκει να συγκεντρώσει έως και 100 δισ. δολάρια, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές καλούνται να απορροφήσουν αυξανόμενες εκδόσεις χρέους από μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους για τη χρηματοδότηση των τεράστιων επενδύσεών τους στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η εταιρεία αποτιμήθηκε στα 965 δισ. δολάρια τον Μάιο και ενδεχόμενη αποτίμηση της τάξης του 1 τρισ. δολαρίων κατά την εισαγωγή της θα την τοποθετούσε μεταξύ των μεγαλύτερων εισηγμένων εταιρειών στον κόσμο. Η πιθανή IPO θεωρείται παράλληλα κρίσιμη δοκιμασία για την επενδυτική αισιοδοξία γύρω από την ΑΙ.
Ενδεχόμενη υποχώρηση της ζήτησης θα μπορούσε να επηρεάσει ευρύτερα τον τεχνολογικό κλάδο και ιδιαίτερα τις εταιρείες που έχουν ενισχυθεί από τις μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Στην Ευρώπη, το τέταρτο μέτωπο εντοπίζεται στη Γαλλία. Η κυβέρνηση καλείται μέσα στις επόμενες εβδομάδες να υποβάλει το προσχέδιο του προϋπολογισμού στο κοινοβούλιο, με στόχο να διατηρήσει υπό έλεγχο το δημοσιονομικό έλλειμμα ενόψει και των προεδρικών εκλογών του 2027.
Η αναμενόμενη πολιτική αντιπαράθεση δημιουργεί τον κίνδυνο νέων πιέσεων στα γαλλικά κρατικά ομόλογα και αύξησης του κόστους δανεισμού. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται και τα γερμανικά ομόλογα, καθώς η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπη με σειρά περιφερειακών εκλογικών αναμετρήσεων, σε μια περίοδο αυξημένων πολιτικών πιέσεων και ενίσχυσης της AfD.
Στη Βρετανία βρίσκεται το πέμπτο μέτωπο. Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του Άντι Μπέρνχαμ δεν έχει μέχρι στιγμής προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στις αγορές, ωστόσο η προσπάθεια επιτάχυνσης της ανάπτυξης μπορεί να δοκιμάσει τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας.
Το συνέδριο του Εργατικού Κόμματος τον Σεπτέμβριο και ο προϋπολογισμός του Οκτωβρίου αποτελούν δύο σημαντικές δοκιμασίες για τη νέα κυβέρνηση. Οι επενδυτές θα παρακολουθήσουν κυρίως εάν οι πρωτοβουλίες για την τόνωση της οικονομίας μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς σημαντική επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών και αύξηση του κόστους δανεισμού.
Το έκτο μέτωπο αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η προεκλογική εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου εισέρχεται στην τελική της φάση. Η εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να επηρεάσει ολοένα περισσότερο τις οικονομικές επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης, με το κόστος ζωής και τις τιμές της ενέργειας να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Η μέση τιμή της βενζίνης έχει ξεπεράσει τα 4 δολάρια ανά γαλόνι εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν, αυξάνοντας την πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η πορεία των τιμών μέχρι τις εκλογές αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η ενέργεια αποτελεί έναν από τους πλέον άμεσα αντιληπτούς παράγοντες ακρίβειας για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Τέλος, το κόστος δανεισμού αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα. Τα υψηλά μακροπρόθεσμα επιτόκια επηρεάζουν άμεσα τα στεγαστικά δάνεια και, κατ’ επέκταση, την αγορά κατοικίας και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αυξάνοντας την πίεση για αποκλιμάκωση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων.


































