Αρνητικά μηνύματα για τη χρηματοοικονομική κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών και τις εξωτερικές χρηματοδοτικές ανάγκες της οικονομίας καταγράφουν τα προσωρινά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το πρώτο τρίμηνο του 2026. Παρά τη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος και την αύξηση των επενδύσεων, η κατανάλωση συνέχισε να αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από τα εισοδήματα, οδηγώντας σε περαιτέρω επιδείνωση του ποσοστού αποταμίευσης των νοικοκυριών. Την ίδια στιγμή, η συνολική οικονομία εμφάνισε αυξημένες ανάγκες δανεισμού από το εξωτερικό, καθώς η μείωση του πλεονάσματος στα πρωτογενή εισοδήματα και τις μεταβιβάσεις υπεραντιστάθμισε τη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αφορά την αποταμίευση των νοικοκυριών. Το ποσοστό αποταμίευσης διαμορφώθηκε στο -3,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι -1,8% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι τα νοικοκυριά εξακολούθησαν να καταναλώνουν περισσότερα από όσα εισέπρατταν, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τη δυνατότητά τους να δημιουργήσουν αποθεματικά. Η επιδείνωση αποδίδεται στο γεγονός ότι η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό από το διαθέσιμο εισόδημα, εξέλιξη που αποτυπώνει τις συνεχιζόμενες πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Αρνητική ήταν και η εικόνα στο ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων, τρεχουσών και κεφαλαιακών μεταβιβάσεων, όπου το πλεόνασμα περιορίστηκε αισθητά στα 1,31 δισ. ευρώ από 3,30 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα. Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας έναντι του εξωτερικού. Συγκεκριμένα, η καθαρή λήψη δανείων από την αλλοδαπή ανήλθε στα 5,42 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 4,32 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση.
Παράλληλα, η Γενική Κυβέρνηση εμφάνισε αυξημένη καθαρή λήψη δανείων, η οποία διαμορφώθηκε σε 1,29 δισ. ευρώ, από 0,79 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Η μεταβολή αυτή αντανακλά τη διεύρυνση των χρηματοδοτικών αναγκών του δημόσιου τομέα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Στα θετικά στοιχεία της έκθεσης περιλαμβάνεται η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που τα εξυπηρετούν. Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανήλθε στα 39,13 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 3,2% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025, όταν είχε διαμορφωθεί στα 37,92 δισ. ευρώ. Η ενίσχυση αυτή προήλθε κυρίως από την αύξηση των πρωτογενών εισοδημάτων και των κοινωνικών παροχών, παρά την άνοδο των φόρων εισοδήματος.
Η ιδιωτική κατανάλωση διατήρησε την ανοδική της πορεία, καθώς η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 4,7% και διαμορφώθηκε στα 40,4 δισ. ευρώ, από 38,6 δισ. ευρώ το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο. Αν και η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένδειξη ανθεκτικής ζήτησης, ταυτόχρονα εξηγεί γιατί το ποσοστό αποταμίευσης συνέχισε να επιδεινώνεται, αφού η αύξηση των δαπανών υπερέβη την άνοδο των εισοδημάτων.
Θετική ήταν και η εικόνα στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, όπου το έλλειμμα περιορίστηκε στα 6,73 δισ. ευρώ από 7,61 δισ. ευρώ, χάρη στην ισχυρότερη αύξηση των εξαγωγών σε σχέση με τις εισαγωγές. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ανήλθαν στα 20,58 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 27,32 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τη σημαντική μείωση του πλεονάσματος στα πρωτογενή εισοδήματα και τις μεταβιβάσεις.
Τέλος, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων ανήλθαν στα 4,88 δισ. ευρώ, ενώ το ποσοστό επενδύσεων επί της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας αυξήθηκε στο 26,2% από 25,4% ένα χρόνο πριν, καταδεικνύοντας ότι ο επιχειρηματικός τομέας συνέχισε να επενδύει παρά το δυσμενέστερο οικονομικό περιβάλλον.































