Εκατό ημέρες συμπληρώνονται αυτή την εβδομάδα από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, με τη σύγκρουση να συνεχίζει να προκαλεί έντονη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές και να επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία. Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες και την εύθραυστη εκεχειρία που παραμένει σε ισχύ, οι συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης εμφανίζονται στάσιμες, ενώ η αβεβαιότητα διατηρείται σε υψηλά επίπεδα.
Στις αγορές μετοχών, το αρχικό σοκ που προκάλεσαν οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν έχει σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί. Αν και αρκετές αγορές διεθνώς δυσκολεύονται να ανακτήσουν τη δυναμική τους, η Wall Street όχι μόνο ανέκαμψε αλλά κατέγραψε και νέα ιστορικά υψηλά. Ο δείκτης S&P 500 έχει διαγράψει πλήρως τις απώλειες που ακολούθησαν την έναρξη του πολέμου, καθώς οι επενδυτές συνεχίζουν να ποντάρουν στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και στην ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι αγορές είχαν αρχικά προεξοφλήσει ένα σενάριο στασιμοπληθωρισμού, λόγω της ανόδου των ενεργειακών τιμών. Ωστόσο, η αισιοδοξία για τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και οι ισχυρές επιδόσεις μεγάλων αμερικανικών και ασιατικών εταιρειών τεχνολογίας έχουν λειτουργήσει ως αντίβαρο στις ανησυχίες. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές μετοχές εμφανίζουν πιο υποτονική εικόνα, καθώς οι αυξημένες ενεργειακές δαπάνες επιβαρύνουν περισσότερο τις οικονομίες της περιοχής.
Παράλληλα, σημαντικές πιέσεις καταγράφονται στις αγορές ομολόγων. Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων έχουν κινηθεί ανοδικά από την έναρξη της σύγκρουσης, καθώς οι επενδυτές προσαρμόζουν τις εκτιμήσεις τους για υψηλότερο πληθωρισμό και πιο αυστηρή νομισματική πολιτική. Η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου έφθασε τον περασμένο μήνα στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ενώ ανάλογη εικόνα παρατηρείται και σε άλλες μεγάλες οικονομίες. Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι πιέσεις στα βρετανικά κρατικά ομόλογα, σε ένα περιβάλλον που επιβαρύνεται και από την εγχώρια πολιτική αβεβαιότητα.
Στο επίκεντρο των εξελίξεων παραμένει η αγορά πετρελαίου. Το Στενό του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς ενέργειας παγκοσμίως, παραμένει ουσιαστικά κλειστό καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, προκαλώντας σημαντικές διακυμάνσεις στις τιμές. Αν και το πετρέλαιο έχει απομακρυνθεί από τα υψηλά που καταγράφηκαν τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, οι τιμές εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά υψηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα. Το Μπρεντ διαπραγματεύεται περίπου 36% υψηλότερα, ενώ το αμερικανικό αργό καταγράφει άνοδο σχεδόν 50%.
Οι διαταραχές στην προσφορά, που οφείλονται τόσο στον αποκλεισμό του Ορμούζ όσο και στις ζημιές σε ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής, έχουν αναγκάσει τις χώρες-εισαγωγείς να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Η αύξηση των εξαγωγών αμερικανικού πετρελαίου έχει συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών, ωστόσο οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η περαιτέρω μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων θα μπορούσε να οδηγήσει εκ νέου το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Οι επιπτώσεις του πολέμου γίνονται πλέον εμφανείς και στα μακροοικονομικά στοιχεία. Ο επίμονα υψηλός ενεργειακός λογαριασμός έχει αρχίσει να τροφοδοτεί νέα άνοδο του πληθωρισμού σε αρκετές μεγάλες οικονομίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 3,8% σε ετήσια βάση, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν τριών ετών. Παρόμοιες πιέσεις παρατηρούνται και σε άλλες χώρες, καθώς αυξάνονται οι τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, των καυσίμων αεροπορίας και της βενζίνης.
Παρά την κλιμάκωση των οικονομικών κινδύνων, οι χρηματοπιστωτικές αγορές φαίνεται να αντιμετωπίζουν πλέον τη σύγκρουση με μεγαλύτερη ψυχραιμία σε σχέση με τις πρώτες εβδομάδες. Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι όσο η κρίση παραμένει άλυτη, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να επηρεαστεί πιο ουσιαστικά η παγκόσμια ανάπτυξη, η καταναλωτική ζήτηση και η κερδοφορία των επιχειρήσεων. Όπως επισημαίνουν, κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν επιθυμεί η σημερινή κατάσταση να παραταθεί για πολλούς ακόμη μήνες, γεγονός που εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό παράγοντα συγκράτησης των τιμών στην αγορά ενέργειας.





























