Απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης αλλάζει το «πώς» και το «πόσο γρήγορα» κινούνται οι διαδικασίες για διαταγές πληρωμής και απόδοσης μισθίου, αλλά και το πότε πληρώνονται οι δικηγόροι.
Η πρώτη ουσιαστική αλλαγή αφορά το ποιος δικηγόρος αναλαμβάνει συγκεκριμένες υποθέσεις. Πλέον, όταν κάποιος ζητά διαταγή πληρωμής για οφειλόμενα ενοίκια, η υπόθεση δεν πηγαίνει σε οποιονδήποτε από τον γενικό κατάλογο, αλλά σε δικηγόρο που ανήκει στον κατάλογο για αποδόσεις μισθίων. Για παράδειγμα, αν ένας ιδιοκτήτης ζητά να του καταβληθούν απλήρωτα ενοίκια, ακόμα κι αν δεν ζητά ταυτόχρονα έξωση, η υπόθεση θα ανατεθεί σε δικηγόρο που ασχολείται με μισθωτικές διαφορές, ώστε να υπάρχει εξειδίκευση.
Αλλάζει επίσης τι γίνεται όταν σε ένα Πρωτοδικείο δεν υπάρχουν διαθέσιμοι δικηγόροι στους σχετικούς καταλόγους. Μέχρι τώρα υπήρχε ασάφεια· πλέον ορίζεται ότι θα χρησιμοποιείται κατάλογος από γειτονικό Πρωτοδικείο της ίδιας εφετειακής περιφέρειας. Στην πράξη, αν σε μια μικρή πόλη δεν έχει καταρτιστεί λίστα, η υπόθεση δεν «κολλάει», αλλά προχωρά μέσω άλλου δικαστηρίου της ίδιας περιοχής.
Σημαντικές είναι και οι αλλαγές στις προθεσμίες, που γίνονται πιο αυστηρές. Ο δικηγόρος που λαμβάνει μια υπόθεση πρέπει μέσα σε πέντε ημέρες να παραλάβει τον φάκελο. Αν δεν το κάνει, η υπόθεση περνά στον επόμενο. Στη συνέχεια έχει είκοσι ημέρες για να εκδώσει τη διαταγή. Για παράδειγμα, αν ένας δικηγόρος καθυστερεί ή δεν ανταποκρίνεται, η διαδικασία δεν μπλοκάρει αλλά συνεχίζεται με άλλον, κάτι που επιταχύνει συνολικά την υπόθεση.
Επιπλέον, αν ο δικηγόρος χρειάζεται διευκρινίσεις, πρέπει να τις ζητήσει μέσω email από τον δικηγόρο του αιτούντος και να δώσει προθεσμία. Αν ο αιτών δεν απαντήσει, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι δεν θα παραμένουν υποθέσεις «στον αέρα» για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αλλαγή υπάρχει και στα κατεπείγοντα. Αν μια υπόθεση κριθεί επείγουσα, μπορεί να δοθεί σε δικηγόρο που δηλώνει ότι μπορεί να την ολοκληρώσει άμεσα, χωρίς να τηρηθεί αυστηρά η σειρά, ώστε να εκδοθεί πιο γρήγορα η απόφαση.
Στο κομμάτι της αποζημίωσης, η βασική διαφορά είναι ότι οι δικηγόροι πληρώνονται πλέον όχι μόνο όταν εκδίδεται διαταγή, αλλά και όταν η αίτηση απορρίπτεται. Για παράδειγμα, αν ένας φάκελος έχει ελλείψεις και τελικά απορριφθεί, ο δικηγόρος θα λάβει κανονικά την αμοιβή του. Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις που ο αιτών αποσύρει την αίτηση, αρκεί να αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος έκανε τις απαιτούμενες ενέργειες.
Τέλος, ξεκαθαρίζεται ότι στις υποθέσεις με ενοίκια, ακόμα και αν συνδυάζονται αιτήματα (π.χ. πληρωμή και έξωση μαζί), η αμοιβή παραμένει στα 400 ευρώ, αποφεύγοντας διαφορετικές ερμηνείες.































