Η Ευρώπη διανύει σήμερα μια περίοδο βαθιάς πολιτικής, κοινωνικής, κλιματικής και γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Η αύξηση των ανισοτήτων, η κρίση ακρίβειας, η αποδυνάμωση των δημόσιων υπηρεσιών, ο πόλεμος στα σύνορα της ηπείρου και η άνοδος των δυνάμεων της ακροδεξιάς αποκαλύπτουν τα όρια του κυρίαρχου μοντέλου των τελευταίων δεκαετιών. Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα, η ανάγκη για μια προοδευτική και αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη - και φυσικά στην Ελλάδα - εμφανίζεται πιο επιτακτική από ποτέ. Η ανάγκη αυτή προκύπτει από τη συσσώρευση κοινωνικών, κλιματικών και γεωπολιτικών κρίσεων, από την υποχώρηση της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας και από τη συνολικότερη αμφισβήτηση της ίδιας της πολιτικής.
Η ιστορική αποτυχία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας δεν ήταν μόνο ιδεολογική αλλά και στρατηγική. Τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 2000, όταν πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονταν στα χέρια σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, υπήρξε η δυνατότητα μιας διαφορετικής πορείας απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό. Ωστόσο, εκείνη η ευκαιρία χάθηκε, καθώς μεγάλο μέρος της κεντροαριστεράς προσαρμόστηκε στο κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο αντί να το αμφισβητήσει. Αυτή η αποτυχία άνοιξε τον δρόμο για την κρίση αξιοπιστίας της σοσιαλδημοκρατίας, την εδραίωση του νεοφιλελευθερισμού και την άνοδο της ακροδεξιάς. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές παρουσιάστηκαν ως ο μοναδικός δυνατός δρόμος. Ωστόσο, παρήγαγαν μια Ευρώπη που χαρακτηρίζεται από εργασιακή επισφάλεια, συγκέντρωση πλούτου και ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τους πολίτες. Σε πολλές χώρες, αυτή η κατάσταση τροφοδότησε τη δημοκρατική δυσπιστία, την εθνικιστική αναδίπλωση και την ενίσχυση ακροδεξιών και ρατσιστικών δυνάμεων.
Όπως έχουν επισημάνει οι Michaël Fœssel και Étienne Ollion στο έργο τους «Η Άκρα Δεξιά ενάντια στην πολιτική. Μια παράξενη νίκη» (εκδ. Πόλις, 2026) η άνοδος της ακροδεξιάς δεν περιορίζεται μόνο στην εκλογική της ενίσχυση, αλλά συνδέεται με μια βαθύτερη πολιτισμική και ιδεολογική μετατόπιση. Η ακροδεξιά επιχειρεί να παρουσιάσει τον εθνικισμό και τον αποκλεισμό ως «κοινή λογική», θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στη Δεξιά και την Ακροδεξιά και μετατρέποντας τη δημόσια σφαίρα σε πεδίο φόβου, ανασφάλειας και πολιτισμικού πανικού. Σύμφωνα με τους δύο στοχαστές, η μεγαλύτερη νίκη της αντίδρασης δεν είναι μόνο εκλογική αλλά κυρίως ιδεολογική: η αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας και η αντικατάσταση της συλλογικής πολιτικής δράσης από την ανασφάλεια, την καχυποψία και τον ατομικό φόβο.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, ο προοδευτικός χώρος δεν μπορεί να αρκεστεί σε έναν αμυντικό «αντιδεξιό» λόγο. Οφείλει να διαμορφώσει ένα νέο συλλογικό και δημοκρατικό «εμείς», βασισμένο στην ισότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη, τη συμμετοχή των πολιτών και τη συγκρότηση ενός πραγματικού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου αντίστασης. Όπως ορθά σημειώνει ο Γάλλος πολιτειολόγος Philippe Marlière, χωρίς πραγματική πολιτική στρατηγική για την αλλαγή της Ευρώπης, η Αριστερά καταδικάζεται στην αδυναμία και την περιθωριοποίηση. Οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη συχνά περιορίζονται σε μια γενική και αφηρημένη κριτική απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να επεξεργάζεται συγκεκριμένες πολιτικές και θεσμικές προτάσεις για τον μετασχηματισμό της. Προφανώς, η αποχώρηση από την Ε.Ε. ή ο εθνικός απομονωτισμός δεν αποτελούν ρεαλιστική ή προοδευτική λύση, ιδιαίτερα σε μια εποχή αυξανόμενου αυταρχισμού και γεωπολιτικής αστάθειας. Αντίθετα, είναι αναγκαία μια ενεργητική εμπλοκή της Αριστεράς στο ευρωπαϊκό πεδίο, με στόχο τη δημοκρατική και κοινωνική επανίδρυση της Ευρώπης. Η Αριστερά οφείλει να επανακτήσει κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία προτείνοντας ουσιαστική προστασία για τους πολίτες απέναντι στην ακρίβεια, την επισφαλή εργασία, τη στεγαστική κρίση και τη διάλυση του κοινωνικού κράτους. Η υπεράσπιση της δημόσιας υγείας, της παιδείας, των εργασιακών δικαιωμάτων και της κοινωνικής ασφάλειας δεν αποτελεί μόνο κοινωνική αναγκαιότητα αλλά και βασική προϋπόθεση για την υπεράσπιση της ίδιας της δημοκρατίας.
Παράλληλα, η Ευρώπη έχει ανάγκη από μια βαθιά επανίδρυση του ίδιου του πολιτικού της μοντέλου. Δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως ένα τεχνοκρατικό και διακυβερνητικό οικοδόμημα απομακρυσμένο από τις κοινωνίες. Χρειάζεται περισσότερη δημοκρατία, διαφάνεια, συμμετοχή και κοινωνικό έλεγχο. Τα κοινωνικά κινήματα, τα συνδικάτα και οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις συνεχίζουν να αντιστέκονται στις πολιτικές λιτότητας και να διεκδικούν μια διαφορετική Ευρώπη, με επίκεντρο τις ανάγκες των ανθρώπων και όχι αποκλειστικά τις αγορές.
Το παράδειγμα της Ισπανίας δείχνει ότι μια τέτοια πολιτική μπορεί να υπάρξει και στην πράξη. Οι προοδευτικές κυβερνήσεις που συμμετείχαν στην εξουσία τα τελευταία χρόνια προχώρησαν σε σημαντικά μέτρα: αύξηση του κατώτατου μισθού, μεγαλύτερη προστασία των εργαζομένων, ενίσχυση των κοινωνικών πολιτικών και προώθηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων σε ζητήματα ισότητας και δικαιωμάτων. Παρά τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες, η ισπανική εμπειρία αποδεικνύει ότι μια σύγχρονη Αριστερά μπορεί να κυβερνήσει διαφορετικά και να ανταποκριθεί ουσιαστικά στις κοινωνικές ανάγκες.
Η οικολογική κρίση αποτελεί επίσης κομβικό πεδίο αυτής της προοδευτικής εναλλακτικής. Η αντιμετώπιση της κλιματικής καταστροφής δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε τεχνοκρατικές ή αγοραίες λύσεις. Η οικολογική αλλαγή δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο των λίγων ούτε να μετατρέπεται σε νέο πεδίο κοινωνικών ανισοτήτων. Απαιτείται ένας συνολικός κοινωνικός και περιβαλλοντικός μετασχηματισμός που θα συνδέει την προστασία του περιβάλλοντος με την κοινωνική δικαιοσύνη. Η πράσινη πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί εις βάρος των εργαζομένων και των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων. Αντίθετα, χρειάζεται ένας δημοκρατικός σχεδιασμός που θα αμφισβητεί το μοντέλο της αέναης ανάπτυξης και της ανεξέλεγκτης κερδοφορίας.
Η Ελλάδα έχει επίσης ανάγκη από μια νέα προοδευτική προοπτική. Μετά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης και της λιτότητας, μεγάλο μέρος της κοινωνίας συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες: χαμηλούς μισθούς, επισφαλή εργασία, αύξηση τιμών, στεγαστική κρίση και αποδυνάμωση των δημόσιων υπηρεσιών.
Μια αριστερή εναλλακτική οφείλει επομένως να αφορά τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική πολιτική. Στο εσωτερικό, πρέπει να υπερασπιστεί ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης με επίκεντρο την εργασία, τη δημόσια υγεία, την παιδεία, την κοινωνική προστασία και τη φορολογική δικαιοσύνη. Στο εξωτερικό, πρέπει να προωθήσει τον διάλογο, την πολυμέρεια, την ειρήνη και μια ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία βασισμένη στο διεθνές δίκαιο και τη συνεργασία των λαών.
Το μανιφέστο του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα για τη σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων επιμένει ακριβώς σε αυτή την ιστορική ανάγκη. Καλεί τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, της πολιτικής οικολογίας και της ριζοσπαστικής Αριστεράς να υπερβούν τις επιμέρους διαφορές τους, ώστε να χαράξουν μια κοινή στρατηγική απέναντι στον συντηρητισμό, τον νεοφιλελευθερισμό και την ακροδεξιά. Μια τέτοια σύγκλιση δεν μπορεί να εξαντλείται σε εκλογικές συνεργασίες· οφείλει να μετατραπεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό σχέδιο, βασισμένο στην κοινωνική δικαιοσύνη, την αναδιανομή του πλούτου, την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων και τη δημοκρατική ανασυγκρότηση της χώρας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, το μανιφέστο μπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό σημείο εκκίνησης για έναν νέο προοδευτικό και δημοκρατικό ορίζοντα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Η σημασία του βρίσκεται κυρίως στην προσπάθεια επαναπολιτικοποίησης των κοινωνιών και στη συγκρότηση μιας πειστικής εναλλακτικής απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, την ακροδεξιά και τη διάχυτη κοινωνική απογοήτευση.
(Ο Λάμπρος Α.Φλιτούρης είναι Ιστορικός, Παν. Ιωαννίνων, Μέλος της ομάδας του Μανιφέστου του Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας)































