Ο πληθωρισμός των τελευταίων ετών, που επιβαρύνει δυσανάλογα τα οικονομικά ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, έχει βελτιώσει σημαντικά την εικόνα των δημόσιων οικονομικών, κάτι προφανές τόσο στην εξέλιξη του λόγου χρέους/ ΑΕΠ, όσο και στο πρωτογενές πλεόνασμα, σύμφωνα με το Ινστιτούτο ΕΝΑ.
Το Ινστιτούτο δημοσίευσε νέα ανάλυση που αφορά στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα για το 2025, μετά και την ανακοίνωση των επίσημων στοιχείων της Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος των κρατών- μελών της ΕΕ, που ανακοινώθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα.
Η Ελλάδα κατέγραψε συνολικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% και δημόσιο χρέος 146,1%. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι η χώρα μας έχει το υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ (μέσος όρος -1,2% ΑΕΠ) αλλά και το υψηλότερο χρέος στην ΕΕ (μέσος όρος 81,7% ΑΕΠ), επισημαίνει το Ινστιτούτο ΕΝΑ.
Η Ελλάδα κατάφερε να πετύχει υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα στην περίοδο των μνημονίων και συνεχίζει, όχι μόνο να το διατηρεί, αλλά και να το αυξάνει, σημειώνει το Ινστιτούτο και παρουσιάζει τη γενική εικόνα των δημοσίων εσόδων, των πρωτογενών δαπανών και του πρωτογενούς αποτελέσματος το 2019 και το 2025.
Τα τελευταία έξι χρόνια το πρωτογενές πλεόνασμα έχει αυξηθεί κατά 1,1 μονάδες ΑΕΠ και αυτή η αύξηση προέρχεται κατά κύριο λόγο από την αύξηση των δημόσιων εσόδων κατά 1,5 μονάδες, καθώς οι πρωτογενείς δαπάνες έχουν αυξηθεί μόλις κατά 0,4 μονάδες, παρατηρεί το Ινστιτούτο. Επομένως, η βελτίωση του πρωτογενούς αποτελέσματος οφείλεται στην σημαντικά ταχύτερη αύξηση των δημοσίων εσόδων σε σχέση με τις δαπάνες, συμπληρώνει.
Στη συνέχεια, η ανάλυση εξετάζει κάποιες κύριες συνιστώσες των εσόδων και των δαπανών που, τονίζει, δεν αθροίζονται στα συνολικά έσοδα και δαπάνες, αλλά έχουν επιλεγεί με βάση το μέγεθος και τη σημασία τους.
Παρουσιάζοντας σχετικό διάγραμμα, το Ινστιτούτο αναφέρει ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ έχουν αυξηθεί κατά 1,2 μονάδες ΑΕΠ (8,1 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους) και από φόρους εισοδήματος και περιουσίας κατά 2 μονάδες ΑΕΠ (10,6 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους). Αντίθετα, τα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές έχουν μειωθεί κατά 1,3 μονάδες ΑΕΠ (αλλά έχουν αυξηθεί σε ονομαστικούς όρους κατά 5,8 δισ. ευρώ). Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη αλλαγή στη σύνθεση των δημόσιων εσόδων, με την αύξηση των φορολογικών εσόδων να υπερκαλύπτει τη μείωση των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές, σχολιάζει το Ινστιτούτο.
Σε διάγραμμα για τις δαπάνες, η ανάλυση αναφέρει πως οι δημόσιες επενδύσεις έχουν αυξηθεί κατά 2,3 μονάδες ΑΕΠ (7,3 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους), οι αμοιβές δημοσίων υπαλλήλων μειώθηκαν κατά 1,6 μονάδες ΑΕΠ (αύξηση 3,31 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους) και οι κοινωνικές παροχές μειώθηκαν κατά 2,2 μονάδες ΑΕΠ (αύξηση 8 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους). Με άλλα λόγια, την περίοδο 2019-2025 οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων και κυρίως οι κοινωνικές παροχές δεν ακολούθησαν την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ στην χώρα μας, συμπληρώνει το ΕΝΑ.
Το τελευταίο διάγραμμα αφορά το χρέος της γενικής κυβέρνησης. Το δημόσιο χρέος έχει καταγράψει εντυπωσιακή μείωση 37,1 μονάδων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ωστόσο, αυτή η μείωση δεν οφείλεται στην μείωση του χρέους, το οποίο όπως φαίνεται έχει αυξηθεί κατά 23,7 δισ. ευρώ, αλλά στην ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, εξαιτίας κυρίως του πληθωρισμού, υπογραμμίζει το Ινστιτούτο.
«Συμπερασματικά, ο πληθωρισμός των τελευταίων ετών, ο οποίος επιβαρύνει δυσανάλογα τα οικονομικά ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, έχει βελτιώσει σημαντικά την εικόνα των δημοσίων οικονομικών του ελληνικού κράτους. Αυτό είναι προφανές στην εξέλιξη του λόγου χρέους/ΑΕΠ, αλλά και στο πρωτογενές πλεόνασμα», αναφέρει η ανάλυση.
«Συγκεκριμένα, ενώ τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται ξεκάθαρα από τον πληθωρισμό, δηλαδή την αύξηση των τιμών και των ονομαστικών εισοδημάτων, οι πρωτογενείς δαπάνες δείχνουν πιο συγκρατημένες. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στους μισθούς του Δημοσίου και κυρίως στις κοινωνικές παροχές (όπως οι συντάξεις), που οι ονομαστικές τους αυξήσεις υπολείπονται του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να μειώνονται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Καθώς ο πληθωρισμός τα τελευταία έτη δεν είναι κοινωνικά ουδέτερος και λειτουργεί ως μηχανισμός αξιόλογης αναδιανομής σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων, γίνεται όλο και πιο σημαντικός και απαραίτητος ο ρόλος ενός ισχυρού, αποτελεσματικού και κοινωνικά δίκαιου συστήματος κοινωνικής προστασίας, μέσω συντονισμένης στρατηγικής κοινωνικών δαπανών και κοινωνικών επενδύσεων (παιδεία, υγεία, πολιτισμός, ανθρώπινο κεφάλαιο κ.α.)», καταλήγει το Ινστιτούτο ΕΝΑ.






























