Δύο διακριτά σενάρια για τη χρονική κατανομή και αξιοποίηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων διαμορφώνονται, με βασικό κριτήριο τον χρόνο διεξαγωγής των επόμενων εκλογών. Είτε αυτές πραγματοποιηθούν τον Νοέμβριο του 2026 είτε μετατεθούν για το πρώτο τρίμηνο του 2027, η στρατηγική διάθεσης των διαθέσιμων πόρων –και ειδικά της «προίκας» του 1 δισ. ευρώ από το υπερπλεόνασμα του 2025– διαφοροποιείται σημαντικά ως προς τον χρόνο ενεργοποίησης και το πολιτικό της αποτύπωμα.
Στο πρώτο σενάριο, με κάλπες τον Νοέμβριο του 2026, το βάρος μετατοπίζεται αναγκαστικά στο ίδιο έτος. Το περιορισμένο δημοσιονομικό περιθώριο του 2026, που εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει τα 150-200 εκατ. ευρώ εντός των ευρωπαϊκών ορίων δαπανών, καθιστά δύσκολη τη διαμόρφωση ενός ευρέος πακέτου παροχών με άμεση εφαρμογή. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση καλείται να κινηθεί σε δύο επίπεδα: αφενός να αξιοποιήσει πλήρως τα εναπομείναντα κονδύλια με στοχευμένες ενισχύσεις προς ευάλωτες ομάδες, αφετέρου να επισπεύσει ή να «προαναγγείλει» μέτρα που θα τεθούν σε ισχύ από το 2027.
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης του 2026 αποκτά, σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρα κεντρικής προεκλογικής σκηνής. Εκεί αναμένεται να παρουσιαστεί ένα πακέτο που θα συνδυάζει άμεσες αλλά περιορισμένες παρεμβάσεις με μελλοντικές δεσμεύσεις μεγαλύτερης κλίμακας. Η «προίκα» του 1 δισ. ευρώ για το 2027 λειτουργεί κυρίως ως βάση για εξαγγελίες, καθώς η πραγματική δημοσιονομική της αξιοποίηση δεν μπορεί να μεταφερθεί χρονικά πριν από το επόμενο έτος χωρίς να παραβιαστούν οι ευρωπαϊκοί κανόνες.
Σε αυτό το σενάριο, ο προϋπολογισμός του 2027, που θα κατατεθεί τον Οκτώβριο του 2026, μετατρέπεται ουσιαστικά σε προεκλογικό εργαλείο. Θα περιλαμβάνει τις μόνιμες παρεμβάσεις που χρηματοδοτούνται από το υπερπλεόνασμα, λειτουργώντας ως «δέσμευση» προς το εκλογικό σώμα, χωρίς όμως να έχει ακόμη εφαρμοστεί στην πράξη. Η χρονική αλληλουχία είναι σαφής: περιορισμένες παρεμβάσεις το 2026, έντονες εξαγγελίες πριν τις εκλογές και υλοποίηση μετά από αυτές.
Αντίθετα, στο δεύτερο σενάριο, με εκλογές το πρώτο τρίμηνο του 2027, η κατανομή των πλεονασμάτων αποκτά πιο ομαλή και εκτεταμένη χρονικά μορφή. Το 2026 παραμένει έτος προετοιμασίας, με στοχευμένες παρεμβάσεις εντός των περιορισμένων δημοσιονομικών δυνατοτήτων, ενώ η κύρια δημοσιονομική ώθηση μεταφέρεται στο 2027.
Και σε αυτή την περίπτωση, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης λειτουργεί ως βασικό βήμα εξαγγελιών, αλλά με λιγότερη πίεση άμεσης υλοποίησης πριν από τις κάλπες. Η κυβέρνηση μπορεί να σχεδιάσει πιο συνεκτικά τις παρεμβάσεις, γνωρίζοντας ότι η εφαρμογή τους θα ξεκινήσει σχεδόν ταυτόχρονα με τη νέα κυβερνητική θητεία.
Καθοριστικός παράγοντας στο δεύτερο σενάριο είναι η ανάληψη της προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Η χώρα που ασκεί την προεδρία καλείται να διαχειριστεί κρίσιμες ευρωπαϊκές ατζέντες, να διαμεσολαβήσει μεταξύ κρατών-μελών και να εκπέμψει εικόνα σταθερότητας και αξιοπιστίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η διεξαγωγή εκλογών κοντά ή εντός της περιόδου της προεδρίας θεωρείται πολιτικά και θεσμικά προβληματική, καθώς θα μπορούσε να δημιουργήσει κενά στη διακυβέρνηση ή να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας.
Υπό αυτή τη λογική, ενισχύεται το σενάριο επίσπευσης των εκλογών πριν από την 1η Ιουνίου 2027, ώστε η νέα κυβέρνηση να έχει πλήρως σχηματιστεί και σταθεροποιηθεί πριν την έναρξη της προεδρίας. Αυτό μεταφέρει ουσιαστικά το εκλογικό παράθυρο στο πρώτο τρίμηνο ή, το αργότερο, στις αρχές του δεύτερου τριμήνου του 2027, επηρεάζοντας άμεσα και τη χρονική κατανομή των δημοσιονομικών παρεμβάσεων.
Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος των παρεμβάσεων μπορεί να ενεργοποιηθεί ήδη από τις αρχές του 2027, λειτουργώντας ως «γέφυρα» μεταξύ της προεκλογικής περιόδου και της επόμενης κυβερνητικής φάσης. Η «προίκα» του 1 δισ. ευρώ από το υπερπλεόνασμα δίνει τη δυνατότητα για πρώτες στοχευμένες κινήσεις, οι οποίες μπορούν να τεθούν σε ισχύ άμεσα, πριν ή αμέσως μετά τις εκλογές.
Ωστόσο, η πλήρης ανάπτυξη του πακέτου δεν αναμένεται να πραγματοποιηθεί μονοκόμματα. Αντιθέτως, η ανάγκη διατήρησης δημοσιονομικής πειθαρχίας ενόψει της ευρωπαϊκής προεδρίας οδηγεί σε πιο σταδιακή εφαρμογή. Έτσι, ενώ οι πρώτες παρεμβάσεις θα «τρέξουν» από το πρώτο τρίμηνο του έτους, ένα σημαντικό μέρος των μέτρων θα μετατεθεί χρονικά προς το δεύτερο εξάμηνο, ώστε να μην επιβαρυνθεί απότομα η εκτέλεση του προϋπολογισμού.






























