To Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, συμμετέχοντας ως programming partner και στο φετινό, 11ο, Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, διοργάνωσε την Τετάρτη 22 Απριλίου συζήτηση στρογγυλού τραπεζιού με θέμα «Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την ψηφιακή δημοκρατία: Ισότητα, αυτονομία και κυριαρχία στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης».
Στη συζήτηση συμμετείχαν η επικεφαλής Κυβερνητικών Υποθέσεων και Δημόσιας Πολιτικής για την Google στην Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μάλτα Ευγενία Μπόζου, η καθηγήτρια, (συν)διευθύντρια του UCD Centre for Digital Policy του University College Dublin Ευγενία Σιαπέρα, ο καθηγητής Τεχνητής Νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ Ευάγγελος Κανούλας και ο αναπληρωτής πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής Χαράλαμπος Τσέκερης. Το τραπέζι συντόνισε ο δρ. Νίκος Ερηνάκης, επιστημονικός διευθυντής του ENA, επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο υπεράσπισης της δημοκρατίας και των κοινωνιών μέσα στο πεδίο της ψηφιακότητας
Θέτοντας το πλαίσιο της συζήτησης, ο Ν. Ερηνάκης τόνισε ότι αυτή επικεντρώνεται «στη δυνατότητα σύναψης ενός κοινωνικού συμβολαίου από όλες/ους και για όλες/ους στο επίπεδο της ψηφιακότητας και της τεχνητής νοημοσύνης», που θα προωθεί την ψηφιακή ισότητα (ουσιαστική ένταξη, πρόσβαση και δικαιώματα), την ψηφιακή αυτονομία (έλεγχος επί των δεδομένων, της ταυτότητας και των επιλογών) και την ψηφιακή κυριαρχία (η ικανότητα των κοινοτήτων και των κρατών να διαχειρίζονται τις ψηφιακές υποδομές και πλατφόρμες προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος). Στο πλαίσιο αυτό, ο επιστημονικός διευθυντής του ΕΝΑ έκανε λόγο για την ανάγκη μιας «διεθνούς θέσμισης και ρύθμισης αυτού του πρωτόγνωρου, νέου πεδίου, που σημαίνει “ίση ελευθερία για όλους”».
«Σε μια περίοδο πολλαπλών ανισοτήτων, πολυκρίσεων και πολυδιάστατων μετασχηματισμών ανάμεσα στη φυσική μας πραγματικότητα και στην ψηφιακή υπερπραγματικότητα, καλούμαστε να λειτουργήσουμε με επείγοντα τρόπο, στο πώς μπορούμε να δούμε αξίες και ιδέες οι οποίες καθορίζουν την ανθρωπινότητά μας, τις κοινωνίες μας, τις δημοκρατίες μας και παράλληλα τη σχέση μας με την τεχνητότητα». Συνεπώς, όπως σημείωσε ο συντονιστής της συζήτησης, μπορούμε να κινηθούμε σε δύο επίπεδα, «στη σχέση μας με την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και στη σχέση μεταξύ μας ως υποκείμενα εντός της κοινωνίας, μέσα στην ψηφιακότητα».
Από αυτή την άποψη, προτεραιότητα αποτελεί «το πώς μπορούμε να δώσουμε ένα κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο υπεράσπισης της δημοκρατίας και –γιατί όχι– περαιτέρω εκδημοκρατισμού και περαιτέρω εξανθρωπισμού μέσα στο πεδίο της ψηφιακότητας. Ούτε τεχνοφοβικά ούτε τεχνολατρικά, αλλά με μια ήπια τεχνοφιλία, να δούμε πώς αυτές οι αξίες και ιδέες μπορούν να υπηρετήσουν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο».
Η τεχνητή νοημοσύνη ως υποδομή ισχύος – Από την κατανάλωση στην παραγωγή της
Ο Ευάγγελος Κανούλας εστίασε στον τομέα της εργασίας λέγοντας ότι θα αλλάξουν πολλά στη ζωή μας, αφού «βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα επανάσταση και σε τεκτονικές αλλαγές». Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά την εργασία υπάρχει πίεση για «αυτοματοποίηση της παραγωγής, που μειώνει το κόστος, βελτιώνει την παραγωγή και την απόδοση, αλλά μειώνει θέσεις εργασίας». Προειδοποιώντας για τον κίνδυνο ανεργίας και «υπαρξιακής απειλής» για έννοιες όπως το κράτος πρόνοιας, ο ομιλητής υπογράμμισε ότι χρειάζεται να σκεφτούμε επισταμένα το πώς θα οργανώσουμε τις εργασιακές σχέσεις και την παραγωγή ώστε να έχουν δίκαιο χαρακτήρα.
Όπως πρόσθεσε, «η τεχνητή νοημοσύνη πολύ γρήγορα θα παίρνει αποφάσεις και θα ενσωματώνεται στην παραγωγή, όχι μόνο αγαθών και πλούτου, αλλά και γνώσης, όπως και πρόσβασης στη γνώση αυτή». Δεδομένου ότι η τεχνητή νοημοσύνη «δεν είναι ένα απλό εργαλείο, αλλά μία υποδομή ισχύος», πράγμα που σημαίνει ότι «κάποιος μπορεί να είναι είτε καταναλωτής της είτε παραγωγός της», πρέπει να κινηθούμε «από την κατανάλωση στην παραγωγή: σπάνιες γαίες, ημιαγωγοί, ενέργεια, νερό κέντρα δεδομένων, έρευνα πρέπει να αξιοποιηθούν και να θεωρηθούν εθνική υποδομή. Οι κρίσιμες υποδοχές (υγεία, παιδεία, έρευνα, κ.ά.) θα πρέπει να μπορούν να τρέχουν με εθνικές υποδομές τεχνητής νοημοσύνης», κατέληξε συμπερασματικά ο ομιλητής.
Πρέπει να μάθουμε να ζούμε και να εργαζόμαστε με την τεχνητή νοημοσύνη
Η Ευγενία Μπόζου επισήμανε στ δική της εισήγηση ότι «δεν μπορούμε να μιλάμε για κοινωνικό συμβόλαιο, δημοκρατία και αξιοβίωτες κοινωνίες χωρίς να μιλήσουμε για οικονομία, εργασία και εκπαίδευση». Σε ό,τι αφορά την εργασία αναμένεται κατά την εκτίμησή της να δούμε «μια επανάσταση, μια μεγάλη αλλαγή σε αυτήν και στις θέσεις εργασίας». Όπως χαρακτηριστικά τόνισε: «Δεν είμαι σίγουρη αν θα δούμε ένα πολύ μεγάλο κύμα ανεργίας, αν προλάβουμε να αλλάξουμε τη φύση της εργασίας και να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας που να είναι συμβατές με αυτή την αλλαγή στην παραγωγή και στην αυτοματοποίηση». Σίγουρα κάποιες δουλειές «θα αλλάξουν ή θα χαθούν», όμως, όπως σημείωσε η ομιλήτρια, «ο εργαζόμενος καλείται πλέον να φέρει μία υπεραξία που δεν μπορεί να τη φέρει ένα chatbot και να βάζει τη σκέψη, τη δημιουργικότητα» αλλά και «να μάθει να ζει και να εργάζεται με αυτή την τεχνολογία».
Στον τομέα της υγείας «θα αλλάξουν», όπως επισημάνθηκε, «όσα θεωρούσαμε δεδομένα στο υπάρχον κοινωνικό συμβόλαιο». Γι’ αυτό το μεγάλο ζήτημα, είναι, όπως σημείωσε η ομιλήτρια, «η ισότιμη πρόσβαση σε αυτά τα νέα δεδομένα της υγείας, ώστε να ωφελούν συνολικά τους πολίτες και τις κοινωνίες μας». Σχετικά με την εκπαίδευση, τέλος, πέρα από το ζήτημα των δεξιοτήτων, που πρέπει να γίνει προτεραιότητα για όλες τις χώρες και τις κοινωνίες, θα πρέπει, όπως τονίστηκε, «να δούμε ξανά την εκπαίδευση και το πώς θα πρέπει να αλλάξει από πολύ νωρίς για να συμβαδίσει με αυτές τις αλλαγές».
Η κατάρρευση της αλήθειας και η διατάραξη της εμπιστοσύνης κλονίζουν το κοινωνικό συμβόλαιο
Ο Χαράλαμπος Τσέκερης μίλησε, με τη σειρά του, για μια σειρά από διαταράξεις που φέρνουν οι νέες συνθήκες στο κοινωνικό συμβόλαιο, υπογραμμίζοντας ότι «η ηθική μιας κοινωνίας είναι το κοινωνικό συμβόλαιο. Είναι ένα σύστημα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, ευθυνών που προσδιορίζει και δυναμικές ισορροπίες σε μια κοινωνία». Αυτές οι ισορροπίες διαταράσσονται, όπως τόνισε, κυρίως από την κατάρρευση της αλήθειας: «Οffline και online πραγματικότητα συνυπάρχουν, όμως η online έρχεται με deepfakes, αλγορίθμους παραπληροφόρησης. Η κατάρρευση της αλήθειας διαταράσσει το κοινωνικό συμβόλαιο όπως το ξέραμε και οδηγεί στην απώλεια της αίσθησης του κοινού ορίζοντα και της κοινής πραγματικότητας», συμπέρανε ο ομιλητής. Στα παραπάνω πρόσθεσε τις συνέπειες από τη διατάραξη της εμπιστοσύνης, «η οποία είναι η συγκολλητική ουσία της κοινωνίας και βασικό συστατικό του κοινωνικού συμβολαίου». Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι, όπως επισημάνθηκε, ότι «δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, πράγμα που έχει επιπτώσεις στη συλλογική μας δράση», καθώς «η ψηφιακή τριάδα “αλγόριθμοι – δεδομένα – πλατφόρμες” προκαλεί έξαρση του αυτοματισμού (υποκαθιστά τον άνθρωπο) και της ατομοποίησης (ένα υποκείμενο αιωρούμενο στα ψηφιακά περιβάλλοντα, χωρίς κοινωνικές σχέσεις)».
Κλείνοντας, ο ομιλητής επισήμανε εμφατικά ότι «θα πρέπει να δούμε πώς θα χτίσουμε ξανά σχέσεις εμπιστοσύνης, πώς θα προστατεύσουμε την αλήθεια στην κοινωνία μας, αφού η αλήθεια είναι η βάση της κοινωνίας και της δημοκρατίας, που εδράζονται σε μια κοινότητα επικοινωνίας», και εξέφρασε την αισιοδοξία του για «μια μακροπρόθεσμη επέκταση της οικονομίας, της κοινωνίας, των δυνατοτήτων διακυβέρνησης και της δημοκρατίας».
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μεμονωμένο προϊόν, αλλά τεχνολογία που μετασχηματίζει συνολικά τις σχέσεις παραγωγής, την υγεία, την εκπαίδευση και το νομικό σύστημα
Στη δική της εισήγηση, η Ευγενία Σιαπέρα αναφέρθηκε στο ζήτημα της ισότιμης πρόσβασης όλων των κοινωνικών ομάδων στις τεχνολογίες της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και στις σχετικές ρυθμιστικές προκλήσεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Όπως τόνισε, το κοινωνικό συμβόλαιο προβλέπει πως «όλα τα μέρη θα πρέπει να συμβάλλουν με ίσο τρόπο. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια κοινωνική πραγματικότητα με ιεραρχικά δομημένες κοινωνίες, περιθωριοποιημένες ομάδες». Αυτές οι ομάδες θα βρίσκονται, όπως υποστήριξε, σε χειρότερη θέση με τη συνεχή αυτοματοποίηση της κοινωνίας, λόγω των προκλήσεων πρόσβασης των ευάλωτων ομάδων σε βασικές υπηρεσίες, όπως η στέγαση, η εκπαίδευση και το κοινωνικό κράτος.
Η ομιλήτρια έκανε στη συνέχεια αναφορά σε έρευνες κοινής γνώμης σύμφωνα με τις οποίες η πλειονότητα των πολιτών εμφανίζεται αντίθετη στην τυφλή και άκριτη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ ανησυχεί και για τη χρήση της στον πόλεμο, αλλά και για την ανεξέλεγκτη συλλογή δεδομένων, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «πρόκειται για σοβαρά πολιτικά ζητήματα, που δεν συζητούνται επαρκώς σε υψηλό επίπεδο».
Σχετικά με τις εξελίξεις στο ρυθμιστικό πεδίο, σε σχέση με το AI Act, η ομιλήτρια επισήμανε ότι η εφαρμογή του ανατίθεται στα εθνικά κράτη, όμως την ίδια στιγμή παρατηρούνται τάσεις επιβράδυνσης ή και οπισθοδρόμησης σε σχέση με τις αρχικές δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σχετικά με τη φιλοσοφία του πλαισίου αυτού, υπογράμμισε ότι το AI Act τείνει να αντιμετωπίζει την τεχνητή νοημοσύνη ως μεμονωμένο προϊόν και όχι ως τεχνολογία που μετασχηματίζει συνολικά τις σχέσεις παραγωγής, την υγεία, την εκπαίδευση και το νομικό σύστημα, ενώ, μιλώντας για το ζήτημα της τεχνολογικής κυριαρχίας, με αναφορά σε πρωτοβουλίες όπως το Digital Omnibus, είπε ότι «η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη. Εντάσσεται σε γεωπολιτικά πλαίσια ισχύος, όπου συχνά προέχουν οι εταιρείες και τα κράτη έναντι των πολιτών», για να συμπληρώσει ότι, ακόμη και στην ΕΕ παρατηρείται μια τάση υιοθέτησης λογικών που θυμίζουν «εξορυκτικές» πολιτικές, όπως αυτές που αποδίδονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας και συνολικής στρατηγικής προσέγγισης απέναντι στις νέες τεχνολογίες.
































