Η πρόσφατη ανακοίνωση για την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μεικτά από την 1η Απριλίου 2026 ανοίγει έναν νέο κύκλο συζήτησης γύρω από τα πραγματικά οφέλη που θα δουν οι εργαζόμενοι στους μισθούς τους. Παρότι η αύξηση θεωρείται σημαντική σε επίπεδο πολιτικής απόφασης, στην πράξη δημιουργούνται αρκετές «γκρίζες ζώνες» ως προς το πώς αυτή εφαρμόζεται στις επιμέρους εργασιακές σχέσεις. Ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος επισημαίνει τρία βασικά ζητήματα που συναντούν συχνά οι εργαζόμενοι και εξηγεί πώς επηρεάζονται οι αποδοχές τους.
Το πρώτο ζήτημα αφορά τις περιπτώσεις όπου ο εργαζόμενος λαμβάνει τον κατώτατο μισθό αλλά και μια επιπλέον παροχή από τον εργοδότη. Πολλές επιχειρήσεις καταβάλλουν ένα πρόσθετο ποσό, συνήθως ως «οικειοθελή παροχή», πέρα από τον κατώτατο μισθό. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο εργοδότης μπορεί να μειώσει αυτή την παροχή ώστε να απορροφήσει την αύξηση του κατώτατου μισθού.
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τις τριετίες, δηλαδή το επίδομα προϋπηρεσίας. Πολλοί εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό προσκομίζουν στοιχεία προϋπηρεσίας στον εργοδότη τους ώστε να λάβουν τη σχετική προσαύξηση. Ωστόσο, το βάρος απόδειξης της προϋπηρεσίας ανήκει στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αντίστοιχη αύξηση μόνο από τη στιγμή που θα ενημερωθεί επισήμως για την προϋπηρεσία.
Το τρίτο ζήτημα αφορά εργαζόμενους που ήδη λαμβάνουν μισθό υψηλότερο από τον κατώτατο, αλλά διαθέτουν και τριετίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις πολλοί αναρωτιούνται αν η αύξηση του κατώτατου μισθού θα οδηγήσει σε νέα αύξηση των αποδοχών τους. Η απάντηση δεν είναι πάντα θετική.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, όταν οι καταβαλλόμενες αποδοχές είναι ήδη υψηλότερες από τις νόμιμες αποδοχές που προκύπτουν από τον κατώτατο μισθό και τις τριετίες, οι αυξήσεις μπορούν να συμψηφιστούν με τη διαφορά που ήδη καταβάλλεται. Έτσι, ένας εργαζόμενος που λαμβάνει 1.200 ευρώ μεικτά και έχει τρεις τριετίες δεν θα δει απαραίτητα αύξηση, αφού ο νόμιμος μισθός του διαμορφώνεται περίπου στα 1.196 ευρώ. Η μικρή διαφορά θεωρείται ότι καλύπτει ήδη την υποχρέωση του εργοδότη.
1. Έχω συμφωνήσει με τον εργοδότη μου αμοιβή με τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό. Πλέον αυτού λαμβάνω ένα ποσό 100 € ως οικειοθελή εκ μέρους του εργοδότη μου παροχή. Μπορεί εκείνος να μειώσει το ποσό αυτό στα 60 €, ώστε να απορροφήσει την αύξηση του κατώτατου μισθού (40 €) ;
Περίπτωση 1.α. Κατώτατος μισθός & Οικειοθελής παροχή χωρίς επιφύλαξη ελευθεριότητας / ρήτρα ανάκλησης.
Έστω ότι το κείμενο της σύμβασής μου έχει ως εξής:
«Οι συνολικές μικτές μηνιαίες αποδοχές του Εργαζόμενου, θα ανέρχονται στο ποσό των εννιακοσίων ογδόντα ευρώ (980 €), το οποίο αναλύεται ως ακολούθως:
1. 880 € οι κατώτατες εκ του νόμου προβλεπόμενες αποδοχές, βάσει των οποίων αμείβεται ο Εργαζόμενος,
2. 100 € ως παροχή της Εργοδότριας.»
Στην περίπτωση αυτή, η παροχή των 100 € έχει συμφωνηθεί ρητά ως κλειστό ποσό, το οποίο ο εργοδότης δίνει πέραν του κατώτατου μισθού. Το ποσό αυτό δεν μπορεί να μειωθεί και ο εργαζόμενος θα δει την αύξηση του κατώτατου μισθού στις αποδοχές του, οι οποίες στο εξής θα ανέρχονται στο ποσό των 1.020 €.
Περίπτωση 1.β. Κατώτατος μισθός & Οικειοθελής παροχή λόγω επιχειρησιακής συνήθειας.
Έστω ότι είχα συμφωνήσει να αμείβομαι με τον κατώτατο μισθό και ο εργοδότης μου αποφάσισε να μου δίνει 100 € επιπλέον χωρίς να επιφυλαχθεί με ρήτρα ανάκλησης της παροχής που μου χορηγεί.
Στη σύμβαση εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Ναι μεν πέραν του μισθού ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα), και οι οποίες παροχές δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να μην αποκτά αξίωση για την καταβολή τους, όμως είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ’ ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ’ ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ’ αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή. Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της.
Και σε αυτή την περίπτωση, ο εργοδότης μου δεν μπορεί μονομερώς να μου μειώσει τις αποδοχές και θα πρέπει να λάβω κανονικά την «οικειοθελή παροχή του» πλέον του κατώτατου μισθού, με τον οποίο έχουμε και ρητά συμφωνήσει ότι θα αμείβομαι.
Περίπτωση 1.γ. Κατώτατος μισθός & Οικειοθελής παροχή με επιφύλαξη ελευθεριότητας / ρήτρα ανάκλησης.
Έστω ότι ο εργοδότης μου χορηγεί τα επιπλέον 100 € με «επιφύλαξη ελευθεριότητας» και ότι στη σύμβασή μου αναφέρεται ότι
«Το μέρος των καταβαλλόμενων αποδοχών της Εργοδότριας προς τον Εργαζόμενο πέραν των ανωτέρω κατώτατων νόμιμων αποδοχών του, ανεξάρτητα από τη φύση τους και από την επανειλημμένη χορήγησή τους, θα θεωρούνται πάντα σαν οικειοθελείς παροχές που καταβάλλονται από ελευθεριότητα της Εργοδότριας, δε θα συνιστούν νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση της Εργοδότριας προς τον Εργαζόμενο, ούτε θα θεωρούνται σαν τακτικές αποδοχές του και η Εργοδότρια θα μπορεί να τις παύει, μετατρέπει ή ανακαλεί κατά πάντα χρόνο και κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς ανάγκη ειδικής επανάληψης της άνω συμφωνίας σε κάθε περίπτωση χορήγησης τέτοιας παροχής.»
Η ως άνω εξέλιξη της οικειοθελούς παροχής του εργοδότη σε όρο της σύμβασης εργασίας, όπως αναφέραμε στην περίπτωση 1.β., αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας". Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Μόνο στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα από το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση, το επιπλέον ποσό που μου χορηγεί ο εργοδότης μπορεί να περικοπεί κατά το μέρος που αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός και στο εξής να λαμβάνω ως οικειοθελή παροχή του μόνον 60 €.
2. Αμείβομαι με τον κατώτατο μισθό και μόλις προσκόμισα στον εργοδότη μου τις τριετίες μου. Εκείνος μου είπε ότι αφού θα λάβω αυτές, δεν με αγγίζει η αύξηση του κατώτατου μισθού.
Κατ’ αρχάς, το βάρος απόδειξης των σχετικών προϋποθέσεων για την καταβολή του επιδόματος προϋπηρεσίας φέρει ο εργαζόμενος. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης του εργοδότη να καταβάλει μισθολογικές προσαυξήσεις που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις και συνδέονται με προσωπικές συνθήκες του εργαζομένου, όπως η προϋπηρεσία, προϋποθέτει ότι ο υπόχρεος εργοδότης τελεί εν γνώσει των συνθηκών αυτών. Απαιτείται γνωστοποίηση των συνθηκών (μη ενεχομένου του εργοδότου για τον προηγούμενο χρόνο), εκτός αν αποδειχθεί ότι ο ίδιος ο εργοδότης έχει με άλλο τρόπο λάβει ασφαλή γνώση των συνθηκών αυτών.
Συνεπώς, άπαξ ο εργαζόμενος γνωστοποίησε στον εργοδότη του την προϋπηρεσία του σε τριετίες, τότε δικαιούται την αντίστοιχη αύξηση των αποδοχών του. Μέχρι προ της αύξησης του κατώτατου μισθού, ο εργαζόμενος με 3 τριετίες αμειβόταν με ποσό 1.144 € μεικτά. Πλέον, ένας εργαζόμενος με 3 τριετίες λαμβάνει 1.196 ευρώ μεικτά. Παρέκκλιση από αυτό δεν χωρεί.
3. Αμείβομαι με συμβατικό μισθό 1.200 €, και έχω 3 τριετίες. Θα δω αύξηση στις αποδοχές μου ;
Όχι. Όπως αναφέρθηκε, ο κατώτατος μισθός για έναν εργαζόμενο με 3 τριετίες ανέρχεται στο ποσό των. 1.196 € μεικτά. Εν προκειμένω, ο εργαζόμενος λαμβάνει 1.200 € μεικτά. Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν συμπαρασύρει τις αποδοχές του γιατί σύμφωνα με το άρθρο 402 § 8 Κ.Ε.Δ., αν οι καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές είναι υπέρτερες των νόμιμων αποδοχών, οι αυξήσεις, οι προσαυξήσεις και τα ποσά εν γένει που προκύπτουν από την εφαρμογή των τριετιών, συμψηφίζονται εκ του νόμου με τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ καταβαλλόμενων και νόμιμων αποδοχών, με την καταβολή της οποίας εξοφλούνται ολοσχερώς ή μερικώς.































