Τη σύνθετη και πολυπαραγοντική φύση του ζητήματος των χαμηλών επιτοκίων στις τραπεζικές καταθέσεις ανέδειξε η Επιτροπή Ανταγωνισμού κατά τη δημόσια διαβούλευση για την κλαδική της μελέτη, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου. Στη διαδικασία συμμετείχαν εκπρόσωποι της Τράπεζας της Ελλάδος, της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, της ΕΚΠΟΙΖΩ και του Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικού Αλφαβητισμού, ενώ η διαβούλευση μεταδόθηκε ζωντανά και συγκέντρωσε εκατοντάδες συμμετοχές.
Η αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, Χαρά Νικολοπούλου, σημείωσε ότι η Ενδιάμεση Έκθεση καταγράφει σειρά παραγόντων που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των καταθετικών επιτοκίων στην ελληνική αγορά. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ολιγοπωλιακή δομή του τραπεζικού κλάδου, τα υψηλά εμπόδια εισόδου, αλλά και η υπερβάλλουσα ρευστότητα των τραπεζών, η οποία περιορίζει το κίνητρο για ταχεία και πλήρη ενσωμάτωση των αυξήσεων των επιτοκίων πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στα επιτόκια καταθέσεων. Παράλληλα, επεσήμανε την αδράνεια των καταναλωτών στην αναζήτηση και ενδεχόμενη αλλαγή παρόχου, στοιχείο που συμβάλλει στη διατήρηση της υφιστάμενης δομής της αγοράς.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, η αύξηση των καταθέσεων κατά την εξεταζόμενη περίοδο αφορά κυρίως προϊόντα υψηλής ρευστότητας και χαμηλής απόδοσης. Η μετακύλιση των αυξήσεων των επιτοκίων της ΕΚΤ στα καταθετικά επιτόκια χαρακτηρίζεται περιορισμένη, καθυστερημένη και άνιση, ενώ το κόστος ευκαιρίας της διακράτησης καταθέσεων παραμένει υψηλό, ενισχύοντας τη στροφή των καταθετών προς εναλλακτικές τοποθετήσεις. Παράλληλα, τα χαρακτηριστικά της ελληνικής τραπεζικής αγοράς δεν ευνοούν την ανάπτυξη έντονου ανταγωνισμού στα επιτόκια καταθέσεων.
Με βάση τα παραπάνω, η Έκθεση καταλήγει σε διαπιστώσεις και προτάσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των καταθετικών προϊόντων, στην αύξηση της κινητικότητας των καταθετών και στην αποτελεσματικότερη μετακύλιση των μεταβολών της νομισματικής πολιτικής προς όφελος των καταναλωτών. Οι προτάσεις αυτές αποσκοπούν στη βελτίωση της λειτουργίας του ανταγωνισμού στην αγορά τραπεζικών καταθέσεων και, κατ’ επέκταση, στη στήριξη της αποταμίευσης και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Στελέχη της Επιτροπής Ανταγωνισμού παρουσίασαν αναλυτικά τη μελέτη και τις προτάσεις της, ενώ η πλήρης καταγραφή της διαβούλευσης αναμένεται να αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Αρχής. Η κα Νικολοπούλου αναφέρθηκε επίσης ευρύτερα στις κλαδικές έρευνες και χαρτογραφήσεις που διενεργεί η Επιτροπή, με στόχο την εμπέδωση κουλτούρας ανταγωνισμού και την αντιμετώπιση ζητημάτων που απορρέουν όχι μόνο από παράνομες πρακτικές, αλλά και από θεσμικά, δομικά ή συμπεριφορικά χαρακτηριστικά των αγορών.
Όπως υπογράμμισε, οι μελέτες αγοράς αποτελούν χρήσιμο εργαλείο για την κατανόηση της λειτουργίας των κλάδων και συχνά οδηγούν σε συστάσεις πολιτικής, χωρίς ωστόσο να υποκαθιστούν την επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται συχνά από τη δράση άλλων φορέων, ενώ απαιτείται προσεκτικός σχεδιασμός ώστε να περιορίζεται το κόστος για τους συμμετέχοντες. Παράλληλα, λειτουργούν και ως προειδοποιητικό σήμα ότι ένας τομέας βρίσκεται υπό εξέταση, αποτρέποντας αντιανταγωνιστικές πρακτικές.
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας συγκαταλέγεται στους κλάδους που βρίσκονται στο επίκεντρο των ερευνών της Επιτροπής Ανταγωνισμού τα τελευταία χρόνια, μαζί με την ακτοπλοΐα, την υγεία, το ηλεκτρονικό εμπόριο, τις χρηματοοικονομικές τεχνολογίες και την αλυσίδα τροφίμων. Ειδικά τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων, όπως επισημάνθηκε, αποτελούν ζήτημα άμεσου ενδιαφέροντος για το σύνολο των καταναλωτών.
































