Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει στη στρατηγική επιλογή του αγωγού Trans Balkan, θεωρώντας ότι αποτελεί την πιο ρεαλιστική, τεχνικά ώριμη και θεσμικά συμβατή λύση για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της.
Ανατολικής Ευρώπης, σε αντίθεση με τον Κάθετο Διάδρομο, ο οποίος βασίζεται σε παραδοχές που οι Βρυξέλλες κρίνουν δύσκολα υλοποιήσιμες στο σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ και τις πολιτικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας, η Κομισιόν αποφεύγει να στηρίξει χρηματοδοτικά ένα έργο που προϋποθέτει εκτεταμένες νέες επενδύσεις σε υποδομές φυσικού αερίου, σε μια περίοδο όπου η Ε.Ε. έχει υιοθετήσει σαφή γραμμή περιορισμού τέτοιων έργων στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης.
Ο Trans Balkan συγκεντρώνει, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Πρόκειται για ένα υφιστάμενο, πλήρως ανεπτυγμένο σύστημα αγωγών, με υψηλή τεχνική ωριμότητα, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει σε αντίστροφη ροή με περιορισμένες παρεμβάσεις και χαμηλό κόστος. Η δυνατότητα μεταφοράς αερίου από τον Νότο προς τον Βορρά χωρίς την ανάγκη νέων μεγάλων έργων καθιστά τον Trans Balkan μια άμεσα εφαρμόσιμη λύση για την κάλυψη βραχυπρόθεσμων αναγκών ενεργειακής ασφάλειας, ιδιαίτερα σε μια συγκυρία σταδιακής εξόδου του ρωσικού αερίου από την ευρωπαϊκή αγορά.
Επιπλέον, ο Trans Balkan είναι ήδη ενταγμένος στον ευρωπαϊκό ενεργειακό σχεδιασμό ως μία από τις βασικές ενεργειακές λεωφόρους, γεγονός που τον καθιστά απολύτως συμβατό με το ισχύον πλαίσιο του TEN-E. Αυτό επιτρέπει στην Κομισιόν να προσφέρει κανονιστική και θεσμική στήριξη χωρίς να απαιτούνται πολιτικά δύσκολες αποφάσεις για άρση των περιορισμών χρηματοδότησης ορυκτών καυσίμων. Για τις Βρυξέλλες, η αξιοποίηση ενός ανενεργού αλλά στρατηγικά κρίσιμου δικτύου, το οποίο στο παρελθόν διακινούσε μεγάλες ποσότητες αερίου, αποτελεί πιο συνετή επιλογή από την ανάπτυξη νέων διαδρομών με αβέβαιη εμπορική βιωσιμότητα.
Αντιθέτως, ο Κάθετος Διάδρομος αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις, καθώς στηρίζεται σε μια σειρά παραδοχών που θεωρούνται μη ρεαλιστικές υπό τις παρούσες συνθήκες. Το έργο προϋποθέτει σημαντικές αυξήσεις δυναμικότητας στα συστήματα της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, νέες διασυνδέσεις, καθώς και πρόσθετες υποδομές LNG στην Ελλάδα, συνολικού κόστους που προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ. Παράλληλα, βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ε.Ε. θα επιστρέψει στη χρηματοδότηση νέων έργων φυσικού αερίου ή θα παράσχει εγγυήσεις για μακροπρόθεσμα συμβόλαια LNG, κάτι που η Κομισιόν απορρίπτει σταθερά τα τελευταία χρόνια.
Στις Βρυξέλλες εκτιμούν επίσης ότι ο Κάθετος Διάδρομος ενέχει αυξημένο πολιτικό και γεωοικονομικό ρίσκο, καθώς θα αναδιαμόρφωνε τις υφιστάμενες ροές φυσικού αερίου προς την Ανατολική Ευρώπη, περιορίζοντας τον ρόλο τερματικών και διαδρομών σε ισχυρά κράτη-μέλη, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Πολωνία. Μια τέτοια εξέλιξη θεωρείται πιθανό να προκαλέσει ενδοευρωπαϊκές τριβές και ρυθμιστικές προσφυγές, υπονομεύοντας την πολιτική συνοχή της Ένωσης σε μια κρίσιμη φάση.
Στο πλαίσιο αυτό, θα έχει «ενδιαφέρον» η πολυμερής συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί στην Ουάσιγκτον στις 24 Φεβρουαρίου, όπου οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν να επαναφέρουν στο προσκήνιο τον Κάθετο Διάδρομο, επιδιώκοντας να τον καταστήσουν εμπορικά ελκυστικό μέσω της προώθησης αμερικανικού LNG προς την Ουκρανία και την Ανατολική Ευρώπη. Στη συνάντηση θα συμμετάσχουν υπουργοί Ενέργειας των εμπλεκόμενων χωρών, διαχειριστές συστημάτων και ρυθμιστικές αρχές, παρουσία και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία καλείται να τοποθετηθεί σε ένα σχέδιο που προϋποθέτει πολιτικές και χρηματοδοτικές επιλογές τις οποίες μέχρι σήμερα αποφεύγει.






























