Δικαιώθηκαν από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (σε διάσκεψη), με μεγάλη πλειοψηφία, οι δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Έτσι, ο υπολογισμός των οφειλόμενων τόκων για τα κόκκινα δάνεια θα υπολογίζεται πλέον στη μηνιαία δόση τους και όχι στο σύνολο του ποσού.
Να σημειωθεί ότι οι εταιρείες διαχείρισης – funds επιδίωκαν ο υπολογισμός των τόκων των δανείων να γίνεται στο σύνολο του οφειλόμενου ποσού, κάτι το οποίο επιβάρυνε σημαντικά τους δανειολήπτες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, από τη διάσκεψη προέκυψε ότι 35 δικαστές τάχθηκαν υπέρ των δανειοληπτών που υπάχθηκαν στο νόμο Κατσέλη και ακόμη 12 υπέρ των funds. Αυτό σημαίνει ότι πλέον οι τόκοι δανειοληπτών θα υπολογίζονται με βάση τη μηνιαία δόση και όχι το συνολικό χρέος.
Αναμένεται πλέον η καθαρογραφή της απόφασης προκειμένου να γίνει γνωστό το σκεπτικό των δικαστών.
Τι έγραφε το Dnews
Στο επίκεντρο της κρίσης βρέθηκε η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2 του Ν. 3869/2010, το οποίο ρυθμίζει το καθεστώς προστασίας της κύριας κατοικίας και τον τρόπο αποπληρωμής των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Η διάταξη προβλέπει ότι η εξυπηρέτηση της ρυθμισμένης οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει εκείνο της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικών δανείων, χωρίς ανατοκισμό. Παράλληλα, ορίζει ρητά ότι «για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ύψος της οφειλής και η οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη», ενώ θέτει ανώτατα όρια στη διάρκεια αποπληρωμής, έως 20 έτη, με δυνατότητα επέκτασης έως 35 έτη σε ειδικές περιπτώσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και εισηγητής της υπόθεσης, Σωτήρης Πλαστήρας, φέρεται να υποστηρίζει την άποψη ότι οι τόκοι θα πρέπει να υπολογίζονται επί των μηνιαίων καταβολών και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου με τον κλασικό τοκοχρεολυτικό τρόπο. Η προσέγγιση αυτή έχει υιοθετηθεί από μέρος της νομολογίας των δικαστηρίων της ουσίας, οδηγώντας όμως σε διαφορετικές αποφάσεις για παρόμοιες υποθέσεις και καθιστώντας αναγκαία την παρέμβαση της Ολομέλειας.
Αντίθετη θέση διατυπώνουν τραπεζικά στελέχη, τα οποία υπογραμμίζουν ότι το ίδιο το άρθρο 9, παράγραφος 2 παραπέμπει ρητά σε «τοκοχρεολυτική εξόφληση της συνολικής οφειλής». Κατά την άποψή τους, η διατύπωση αυτή προϋποθέτει τον υπολογισμό των τόκων επί του συνολικού κεφαλαίου και όχι μόνο επί της μηνιαίας δόσης, όπως συμβαίνει στη διεθνή τραπεζική πρακτική. Επισημαίνουν ότι διαφορετική ερμηνεία οδηγεί ουσιαστικά σε άτοκη ή σχεδόν άτοκη αποπληρωμή των συγκεκριμένων δανείων, κάτι που, όπως τονίζουν, δεν συνάδει ούτε με το γράμμα ούτε με το πνεύμα του νόμου, ο οποίος επιδιώκει την προστασία της κύριας κατοικίας χωρίς όμως να φέρνει τους πιστωτές σε χειρότερη θέση από εκείνη της αναγκαστικής εκτέλεσης.




























