Παρά τη σταδιακή βελτίωση των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει μια από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη συμμετοχή του πληθυσμού στην αγορά εργασίας, γεγονός που αναδεικνύει διαρθρωτικές αδυναμίες και επίμονες ανισότητες πίσω από τους θετικούς τίτλους.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην πρόσφατη έκδοση «Η Ελληνική Οικονομία» του ΙΟΒΕ επιβεβαιώνουν ότι, αν και το ποσοστό συμμετοχής αυξήθηκε σωρευτικά κατά 6,5 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2002–2024, η χώρα παραμένει σημαντικά πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο .
Ειδικότερα, το 2024 το ποσοστό συμμετοχής του πληθυσμού ηλικίας 15 - 64 ετών στην αγορά εργασίας ανήλθε στο 70,5%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 75,3%, με τη διαφορά των 4,8 ποσοστιαίων μονάδων να υπογραμμίζει ότι η σύγκλιση παραμένει ατελής. Η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη από το τέλος μεταξύ των κρατών-μελών, ξεπερνώντας μόνο την Ιταλία και τη Ρουμανία, την ώρα που χώρες όπως η Ολλανδία και η Σουηδία εμφανίζουν ποσοστά άνω του 83% .
Πίσω από τον συνολικό δείκτη, τα στοιχεία αποκαλύπτουν έντονες αποκλίσεις μεταξύ κοινωνικών και δημογραφικών ομάδων. Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με την Ευρώπη, με απόκλιση που φτάνει τις 8 ποσοστιαίες μονάδες, παρά τη σημαντική αύξηση που καταγράφηκε την τελευταία εικοσαετία. Αντίστοιχα, οι νέοι ηλικίας 15 - 24 ετών εμφανίζουν υστέρηση 17,2 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στοιχείο που αντανακλά τις δυσκολίες ένταξης στην αγορά εργασίας και τη σύνδεση εκπαίδευσης και απασχόλησης .
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ηλικιακή ομάδα των 50 - 64 ετών, όπου η Ελλάδα, αν και παραμένει κάτω από την ΕΕ, καταγράφει ταχύτερους ρυθμούς αύξησης μετά το 2024. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με θεσμικές παρεμβάσεις, όπως η κατάργηση της περικοπής σύνταξης για τους εργαζόμενους συνταξιούχους, γεγονός που ενίσχυσε τη συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών, ιδίως των γυναικών. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο η αύξηση της συμμετοχής οφείλεται σε πραγματική ενίσχυση των ευκαιριών απασχόλησης ή σε οικονομική πίεση που ωθεί περισσότερους πολίτες να παραμείνουν στην εργασία .
Παράλληλα, οι διαφοροποιήσεις ανά επίπεδο εκπαίδευσης και βαθμό αστικότητας παραμένουν έντονες. Τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής καταγράφονται σε άτομα με τριτοβάθμια εκπαίδευση και σε κατοίκους αστικών περιοχών, ενώ όσοι ζουν σε κωμοπόλεις, προάστια και αγροτικές περιοχές εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι η ανάπτυξη της απασχόλησης δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, αλλά ευνοεί συγκεκριμένες γεωγραφικές και κοινωνικές ομάδες.






























