Όποιος εργάζεται στο εξωτερικό πρέπει να φροντίζει από την αρχή να οργανώνει σωστά τη φορολογική του εικόνα. Γιατί; Διότι η καθημερινή ζωή, οι οικονομικές κινήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία είναι αυτά που κρίνουν τελικά τη φορολογική κατοικία. Διαφορετικά, ο κίνδυνος αναδρομικών φόρων, προσαυξήσεων και προστίμων παραμένει υπαρκτός, ακόμη και μετά από πολλά χρόνια.
Η πρόσφατη νομολογία του Συμβούλιο της Επικρατείας στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα σε όλους όσοι εργάζονται ή δηλώνουν ότι ζουν μόνιμα στο εξωτερικό. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι βεβαιώσεις προξενικών αρχών, τα πιστοποιητικά υπηρεσίας ή τα έγγραφα εργοδοτών δεν αρκούν από μόνα τους για να αποδείξουν φορολογική κατοικία εκτός Ελλάδας.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η φορολογική κατοικία δεν κρίνεται μόνο από το πού εργάζεται κάποιος ή από ένα διοικητικό έγγραφο, αλλά από το σύνολο της πραγματικής του ζωής. Οι φορολογικές αρχές και τα δικαστήρια εξετάζουν αν έχει μεταφερθεί ουσιαστικά το «κέντρο ζωής» στο εξωτερικό. Δηλαδή αν υπάρχει μόνιμη κατοικία εκτός Ελλάδας, αν η καθημερινή διαβίωση γίνεται εκεί, αν η οικογένεια ζει εκεί, αν η εργασία και οι κύριες πηγές εισοδήματος βρίσκονται στο εξωτερικό και αν οι βασικές οικονομικές σχέσεις έχουν απομακρυνθεί από την Ελλάδα.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Αν, σε έναν έλεγχο, εντοπιστούν καταθέσεις που δεν μπορούν να εξηγηθούν με σαφή και αναλυτικό τρόπο, αυτές μπορεί να θεωρηθούν εισόδημα και να φορολογηθούν. Δεν αρκεί ένας γενικός ισχυρισμός ότι τα χρήματα προέρχονται από εργασία στο εξωτερικό ή από παλαιότερα εισοδήματα. Για κάθε ποσό απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ακριβή προέλευσή του.
Η νομολογία του ΣτΕ λειτουργεί ως προειδοποίηση για όσους θεωρούν ότι μπορούν εκ των υστέρων να «καλύψουν» τη φορολογική τους εικόνα με απλά έγγραφα. Αν η αλλαγή φορολογικής κατοικίας δεν έχει γίνει σωστά και έγκαιρα, με πλήρη τεκμηρίωση, ο φορολογούμενος κινδυνεύει να θεωρηθεί φορολογικός κάτοικος Ελλάδας ακόμη και για παλαιά έτη.































