Η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στην αγορά εργασίας και στις συνθήκες διαβίωσης, σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση 2025 του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ). Παρά τις διάφορες οικονομικές εξελίξεις, οι δείκτες απασχόλησης, οι μισθοί και η δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύψουν βασικές ανάγκες παραμένουν σε κρίσιμα επίπεδα, με μεγάλες αποκλίσεις σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με την έκθεση, το γ΄ τρίμηνο του 2025 το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 65,6%, δηλαδή σχεδόν 6 μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα υπολείπεται ακόμη και σε σχέση με κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Παράλληλα, η υποαπασχόληση παραμένει υψηλή, στο 11,6%, υπερδιπλάσια σε σύγκριση με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (6,2%) και υψηλότερη σε σχέση με τις χώρες της Βαλκανικής (8%). Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν τη χρόνια αδυναμία της ελληνικής αγοράς εργασίας να αξιοποιήσει πλήρως το δυναμικό της χώρας και την ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Η διάρθρωση της απασχόλησης εντείνει το πρόβλημα. Το 2024, μόλις το 12,2% των εργαζομένων απασχολούνταν στη βιομηχανία, ποσοστό χαμηλότερο ακόμη και από το 2009. Σε σύγκριση, στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει 23,2% και στα Βαλκάνια 21,6%. Επιπλέον, οι κλάδοι υψηλής τεχνολογίας και μεταποίησης υψηλής προστιθέμενης αξίας παραμένουν περιορισμένοι, περιορίζοντας τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και αφήνοντας μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού σε χαμηλού εισοδήματος επαγγέλματα.
Οι μισθοί παραμένουν δραματικά χαμηλοί. Το 2024, το μέσο ετήσιο εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) ανέρχεται μόλις στο 59,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το μέσο ωρομίσθιο στην Ελλάδα είναι 11,3 PPS, όταν σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης φτάνει τα 15,3, στα Βαλκάνια τα 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας τα 20,4. Η υποαμοιβή είναι οριζόντια και καλύπτει σχεδόν όλους τους κλάδους, από τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες μέχρι το εμπόριο και την εστίαση, δημιουργώντας συνθήκες μακροχρόνιας οικονομικής αδυναμίας για τα νοικοκυριά.
Οι κοινωνικές συνέπειες είναι εμφανείς. Το 2024, το 21% των μισθωτών ζούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ 15 επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ. Το 46,6% των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά αδυνατούσαν να ανταποκριθούν σε πάγιες υποχρεώσεις, όπως ενοίκιο, δόσεις δανείων και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό πολύ υψηλότερο σε σχέση με τις χώρες της Βαλκανικής, της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των οικονομιών της Περιφέρειας.
Το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει ιδιαίτερα κρίσιμο. Το 2024, οι δαπάνες στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα φτάνουν το 35,5%, με τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά να δαπανούν πάνω από το μισό εισόδημά τους για στέγη. Οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες πλήττονται δυσανάλογα: για το φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο, το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης φτάνει το 88,6%, ενώ για τους πλουσιότερους περιορίζεται μόλις στο 1,4%. Παράλληλα, οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης σε σχέση με το 2021, με μεγαλύτερα προβλήματα σε Κεντρική Μακεδονία, Πελοπόννησο, Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, Βόρειο Αιγαίο και Δυτική Ελλάδα.
Η έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ καταδεικνύει ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε τροχιά διαρθρωτικής ανισότητας: οι αδυναμίες της αγοράς εργασίας και το υψηλό κόστος διαβίωσης εμποδίζουν τα νοικοκυριά να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους, ενώ οι χαμηλές αμοιβές και η έλλειψη ποιοτικής απασχόλησης περιορίζουν σοβαρά την κοινωνική ευημερία. Η συστηματική παρακολούθηση αυτών των φαινομένων και η λήψη στοχευμένων πολιτικών κρίνονται αναγκαίες για την αντιμετώπιση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας στη χώρα.






























