Αναστάτωση επικρατεί το τελευταίο διάστημα στις πολυκατοικίες λόγω της ανάπτυξης δικτύων οπτικών ινών, με καταγγελίες για διπλές - και σε ορισμένες περιπτώσεις πολλαπλές - ενδοκτιριακές υποδομές, οι οποίες αλλοιώνουν κοινόχρηστους χώρους και δημιουργούν σύγχυση σε ενοίκους και διαχειριστές. Το ζήτημα έχει ήδη τεθεί υπόψη της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), καθώς πληθαίνουν οι αναφορές για πρακτικές «καπαρώματος» κτιρίων από παρόχους.
Σύμφωνα με καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σε αρκετές πολυκατοικίες ο πρώτος πάροχος που εγκαθιστά την κάθετη καλωδίωση οπτικών ινών δεν επιτρέπει, στην πράξη, την αξιοποίησή της από ανταγωνιστές. Το αποτέλεσμα είναι άλλοι πάροχοι να προχωρούν στην εγκατάσταση δεύτερης κάθετης καλωδίωσης, συχνά δίπλα ή πάνω στην ήδη υπάρχουσα, επιβαρύνοντας τους κοινόχρηστους χώρους με πρόσθετα κουτιά, σωληνώσεις και καλώδια.
Το φαινόμενο, σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, δεν είναι μεμονωμένο. Οι τρεις παλαιότεροι πάροχοι τηλεπικοινωνιών συνεργάζονται μεταξύ τους, ακόμη και μέσω εμπορικών συμφωνιών μεταπώλησης δικτύων, όμως δεν έχουν αντίστοιχες συμφωνίες με νεοεισερχόμενους παίκτες. Έτσι, όπου προηγείται ένας πάροχος, οι επόμενοι συχνά επιλέγουν να εγκαταστήσουν δική τους υποδομή αντί να χρησιμοποιήσουν την υπάρχουσα.
Η ΔΕΗ Fiber, ως νεοεισερχόμενη στην αγορά, έχει σε αρκετές περιπτώσεις προχωρήσει γρήγορα στην εγκατάσταση ενδοκτιριακής υποδομής, χωρίς κόστος για τους ενοίκους, παραδίδοντας τεχνικά επαρκείς λύσεις που μπορούν να υποστηρίξουν περισσότερες επιλογές στο μέλλον. Σε αυτά τα κτίρια, παρατηρείται ότι άλλοι πάροχοι, μεταξύ αυτών και ο ΟΤΕ, επιλέγουν συχνά να αναπτύσσουν ξεχωριστή κάθετη καλωδίωση, παρότι υπάρχει ήδη διαθέσιμη υποδομή.
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, και συγκεκριμένα η Κοινή Υπουργική Απόφαση 53538 ΕΞ/2023, προβλέπει τεχνικές προδιαγραφές για σύγχρονες, επεκτάσιμες και «ουδέτερες» ενδοκτιριακές υποδομές, με κοινό κεντρικό κατανεμητή και επαρκή αριθμό οπτικών ινών ώστε να μπορούν να εξυπηρετηθούν πολλοί πάροχοι. Ωστόσο, δεν απαγορεύει ρητά τη δημιουργία δεύτερης κάθετης καλωδίωσης, γεγονός που αφήνει περιθώρια για διαφορετικές ερμηνείες και πρακτικές.
Παρότι η ΚΥΑ 53538 ΕΞ/2023 σχεδιάστηκε με στόχο οι πολυκατοικίες να διαθέτουν τεχνικά «ανοικτές» υποδομές, ικανές να φιλοξενήσουν περισσότερους παρόχους, δεν προβλέπει καμία ρητή υποχρέωση κοινής χρήσης. Έτσι, ένας πάροχος μπορεί να εγκαταστήσει πλήρως υπερδιαστασιολογημένη κάθετη καλωδίωση και κεντρικό κατανεμητή, όπως επιβάλλουν οι τεχνικές προδιαγραφές, αλλά να αρνείται την πρόσβαση σε τρίτους επικαλούμενος απλώς έλλειψη εμπορικής συνεργασίας, χωρίς να παραβιάζει ρητά τον κανονισμό.
Την ίδια στιγμή, το πλαίσιο δεν απαγορεύει ρητά τη δημιουργία δεύτερης ή και τρίτης κάθετης καλωδίωσης στο ίδιο κτίριο. Το αποτέλεσμα είναι να παρατηρούνται φαινόμενα πολλαπλών παράλληλων υποδομών στους κοινόχρηστους χώρους, με αισθητική υποβάθμιση, τεχνικό κορεσμό και αυξημένο κίνδυνο κακοτεχνιών. Παρότι αυτή η πρακτική αντιβαίνει στο πνεύμα της ΚΥΑ, η οποία προβλέπει κεντρικό κατανεμητή και επαρκείς εισόδους για πολλούς παρόχους στην ίδια υποδομή, δεν συνιστά σαφή παράβαση του γράμματος του νόμου, αφήνοντας ουσιαστικά το πρόβλημα άλυτο μέχρι να υπάρξει ρυθμιστική παρέμβαση.
Η εικόνα περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η εγκατάσταση κάθετης καλωδίωσης επιδοτείται με δημόσιους πόρους μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Παρόλα αυτά, η επιδότηση δεν συνοδεύεται από υποχρεώσεις ανοικτής πρόσβασης ή ρήτρες μη αποκλειστικής χρήσης. Έτσι, πάροχοι μπορούν να αξιοποιούν κρατική ενίσχυση για την ανάπτυξη υποδομών και στη συνέχεια να «κλειδώνουν» εμπορικά τα κτίρια, επιβάλλοντας χρεώσεις σε ανταγωνιστές για τη χρήση μιας υποδομής που έχει ήδη χρηματοδοτηθεί εν μέρει από το Δημόσιο.





























