Ένα από τα μεγαλύτερα και διαχρονικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εποχικοί εργαζόμενοι στον ελληνικό τουρισμό είναι η διαμονή τους. Από επιχειρήσεις που παρέχουν ένα αξιοπρεπές δωμάτιο χωρίς πρόσθετο κόστος, μέχρι περιπτώσεις υπερσυνωστισμού με πολλαπλά κρεβάτια στον ίδιο χώρο ή ακόμη και χρεώσεις που επιβαρύνουν τον εργαζόμενο, οι πρακτικές που ακολουθούνται διαφέρουν σημαντικά, όπως και οι συνθήκες διαβίωσης. Σε αυτό το τοπίο επιχειρεί να βάλει τάξη νέα κοινή υπουργική απόφαση, η οποία θέτει σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο για τα δωμάτια προσωπικού των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.
Η απόφαση, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Β’ 95/15.01.2026), καθορίζει για πρώτη φορά με λεπτομέρεια τις τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές των χώρων διαμονής του προσωπικού, καθώς και τις διαδικασίες αδειοδότησης, ελέγχου και επιβολής κυρώσεων. Το νέο καθεστώς συνυπογράφεται από τα συναρμόδια υπουργεία, μεταξύ των οποίων και το υπουργείο Τουρισμού, και τίθεται άμεσα σε ισχύ από τη δημοσίευσή του.
Σύμφωνα με το πλαίσιο που θεσπίζεται, τα δωμάτια προσωπικού μπορούν να αναπτύσσονται είτε εντός του ίδιου οικοπέδου με το κύριο ξενοδοχειακό κατάλυμα είτε σε αυτοτελή ακίνητα σε απόσταση έως δέκα χιλιομέτρων. Προβλέπονται ελάχιστα όρια επιφάνειας για μονόκλινα, δίκλινα και τρίκλινα δωμάτια, υποχρεωτικός φυσικός φωτισμός και αερισμός, καθώς και πλήρης βασικός εξοπλισμός, όπως κρεβάτια συγκεκριμένων διαστάσεων, ντουλάπες, ψυγείο, τηλεόραση, πρόσβαση στο διαδίκτυο και παροχή ζεστού νερού.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στους κοινόχρηστους χώρους, οι οποίοι πλέον καθίστανται υποχρεωτικοί. Προβλέπεται η ύπαρξη κοινόχρηστης κουζίνας, πλυντηρίων και στεγνωτηρίων, χώρων σιδερώματος και αποθήκευσης, αλλά και υπαίθριων χώρων για την καθημερινή εξυπηρέτηση των εργαζομένων. Παράλληλα, ορίζεται ότι όλοι οι χώροι διαμονής και οι κοινόχρηστες εγκαταστάσεις πρέπει να διαθέτουν σύστημα θέρμανσης και ψύξης.
Σε λειτουργικό επίπεδο, οι φορείς εκμετάλλευσης των ξενοδοχείων αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για τη συντήρηση, την ασφάλεια και την κάλυψη όλων των λειτουργικών εξόδων των δωματίων προσωπικού. Υποχρεούνται επίσης να συντάσσουν κανονισμό λειτουργίας και να διασφαλίζουν ότι η συγκατοίκηση γίνεται με συναίνεση, χωρίς να επηρεάζονται οι εργασιακές σχέσεις των διαμενόντων.
Κεντρικό σημείο της ρύθμισης αποτελεί η δυνατότητα επιβολής διοικητικών μέτρων που φτάνουν έως και τη σφράγιση ή τη διακοπή λειτουργίας των δωματίων προσωπικού, είτε συνολικά είτε τμηματικά. Οι κυρώσεις ενεργοποιούνται σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, χρήση των χώρων για σκοπό διαφορετικό από τον προβλεπόμενο, καθώς και έλλειψη βασικών πιστοποιητικών, όπως αυτό της πυρασφάλειας. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη μη συμμόρφωση των φορέων διαχείρισης εντός προθεσμίας τριάντα ημερών μετά την επιβολή προστίμου, γεγονός που οδηγεί αυτομάτως στη λήψη αυστηρότερων μέτρων.
Η διαδικασία ελέγχου πραγματοποιείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες τουρισμού, με τους φορείς των καταλυμάτων να υποχρεούνται να διευκολύνουν πλήρως τους ελέγχους και να προσκομίζουν κάθε ζητούμενο δικαιολογητικό. Σε περίπτωση σφράγισης, προβλέπεται εύλογος χρόνος για την απομάκρυνση των προσωπικών αντικειμένων των εργαζομένων, ενώ παράλληλα ορίζεται ρητά η υποχρέωση του εργοδότη να εξασφαλίσει εναλλακτική διαμονή, σε κατάλυμα τουλάχιστον δύο αστέρων, καλύπτοντας το σχετικό κόστος.
Η άρση των κυρώσεων δεν είναι αυτόματη, αλλά προϋποθέτει αίτημα του φορέα και πλήρη αποκατάσταση των λόγων που οδήγησαν στην επιβολή τους. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση επιδιώκει να διασφαλίσει ότι τα δωμάτια προσωπικού δεν θα λειτουργούν απλώς τυπικά, αλλά θα πληρούν ουσιαστικά τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και αξιοπρέπειας.

























