Η πράσινη μετάβαση στην Ευρώπη προχωρά με ταχείς ρυθμούς, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας και αυξημένη ζήτηση για δεξιότητες υψηλής εξειδίκευσης.
Ωστόσο, νέα κοινή μελέτη του Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών καταγράφει ότι ο μετασχηματισμός προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα κινδυνεύει να αναπαράγει παλιές ανισότητες, ιδίως εις βάρος των γυναικών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, οι λεγόμενες «πράσινες» θέσεις εργασίας, που συνδέονται άμεσα με τεχνολογίες αποανθρακοποίησης και βιώσιμες λύσεις, αντιστοιχούν σήμερα σε λιγότερο από το 3% της συνολικής απασχόλησης. Παρότι το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια, μόλις μία στις τρεις από αυτές τις θέσεις καταλαμβάνεται από γυναίκα. Το χάσμα, όπως σημειώνεται, δεν είναι συγκυριακό, αλλά συνδέεται με βαθύτερες δομικές ανισότητες στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και τη λειτουργία της αγοράς εργασίας.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η περιορισμένη συμμετοχή των γυναικών στους τομείς της επιστήμης, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών. Αν και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες οι γυναίκες αποτελούν σημαντικό ποσοστό των αποφοίτων στις φυσικές επιστήμες, παραμένουν υποεκπροσωπημένες σε τεχνικούς και ηγετικούς ρόλους που σχετίζονται με την πράσινη οικονομία. Τα στερεότυπα φύλου, η έλλειψη προτύπων, η αδύναμη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, αλλά και οι δυσκολίες συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής λειτουργούν σωρευτικά, αποθαρρύνοντας τη μακροχρόνια παραμονή των γυναικών στους συγκεκριμένους κλάδους.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εικόνα για τις γυναίκες που απασχολούνται σήμερα σε ρυπογόνους τομείς. Καθώς η Ευρώπη επιταχύνει την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και στρέφεται σε καθαρές τεχνολογίες, η μετάβαση από «καφέ» σε «πράσινες» θέσεις εργασίας αποδεικνύεται άνιση ως προς το φύλο. Η μελέτη δείχνει ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες πάνω από το 60% των γυναικών σε ρυπογόνα επαγγέλματα κινδυνεύει να μείνει εκτός της νέας αγοράς εργασίας λόγω αναντιστοιχίας δεξιοτήτων ή σημαντικών απωλειών μισθού, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σύγκριση με τους άνδρες.
Οι ανισότητες αυτές εντείνονται εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Οι περισσότερες πράσινες θέσεις εργασίας συγκεντρώνονται σε πρωτεύουσες και οικονομικούς κόμβους, ενώ στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές οι επιλογές είναι περιορισμένες. Για τις γυναίκες, που συχνά διαθέτουν μικρότερη γεωγραφική κινητικότητα και επωμίζονται μεγαλύτερα βάρη φροντίδας, το εμπόδιο αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό.
Οι συντάκτες της έκθεσης προειδοποιούν ότι χωρίς στοχευμένες πολιτικές παρεμβάσεις η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει όχι μόνο να ενισχύσει τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά και να επιβραδυνθεί. Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται επενδύσεις στην εκπαίδευση STEM με έμφυλη διάσταση, προγράμματα επανειδίκευσης για γυναίκες που εργάζονται σε ρυπογόνους κλάδους, ενίσχυση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες παιδικής φροντίδας και βελτίωση της συλλογής δεδομένων για τη χάραξη τεκμηριωμένων πολιτικών Το διακύβευμα, όπως τονίζεται, δεν αφορά μόνο την ισότητα των φύλων. Η πλήρης αξιοποίηση του γυναικείου δυναμικού θεωρείται κρίσιμη προϋπόθεση για την καινοτομία, την παραγωγικότητα και την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας σε μια περίοδο κλιματικής κρίσης. Μια πράσινη μετάβαση που αφήνει πίσω της τις γυναίκες δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε δίκαιη ούτε βιώσιμη.
Ο Έλληνας οικονομολόγος Στέφανος Τύρος, εκ των συντακτών της έκθεσης, έθεσε σε ανάρτηση του ευθέως το ερώτημα αν η πράσινη μετάβαση μπορεί από μόνη της να κλείσει το χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας. Όπως σημειώνει, η απάντηση της έρευνας είναι αρνητική ή, σε πιο ήπια διατύπωση, κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο.
Όπως εξηγεί, η βασική αιτία εντοπίζεται στη δομή των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργεί η πράσινη μετάβαση, οι οποίες συγκεντρώνονται σε τομείς όπου οι άνδρες ήδη κυριαρχούν. Αυτό τους προσφέρει συγκριτικό πλεονέκτημα τόσο στην επανεκπαίδευση όσο και στην απορρόφηση των νέων ευκαιριών, είτε πρόκειται για μηχανικούς σε πλωτά αιολικά πάρκα, είτε για εγκαταστάτες φωτοβολταϊκών συστημάτων, είτε για διοικητικές και διευθυντικές θέσεις σε νέα πράσινα έργα.
Παρά τη διαπίστωση αυτή, ο κ. Τύρος υπογραμμίζει ότι η πράσινη μετάβαση δεν στερείται δυναμικού αλλαγής. Μπορεί, όπως αναφέρει, να λειτουργήσει ως αφετηρία για τη μερική ανατροπή της υφιστάμενης ανισορροπίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από στοχευμένες πολιτικές που θα φέρουν περισσότερες γυναίκες κοντά στους τομείς STEM και στις πράσινες ειδικότητες. Μόνο έτσι, καταλήγει, η μετάβαση μπορεί να είναι όχι μόνο περιβαλλοντικά αναγκαία, αλλά και κοινωνικά δικαιότερη.






























