Οι γεωπολιτικές εξελίξεις αναδεικνύονται στον καθοριστικό παράγοντα που αναμένεται να επηρεάσει τη ναυτιλία και τις προοπτικές της το 2026, υπερκαλύπτοντας τα παραδοσιακά θεμελιώδη μεγέθη του κλάδου, όπως η προσφορά και η ζήτηση.
Η εικόνα που διαμορφώνεται για τη νέα χρονιά χαρακτηρίζεται από αυξημένη μεταβλητότητα, αβεβαιότητα και ασύμμετρους κινδύνους για τους βασικούς ναυτιλιακούς τομείς, σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές και γεωοικονομικές αποφάσεις αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Μεταξύ των βασικών πηγών κινδύνου περιλαμβάνονται η πιθανή κλιμάκωση των δασμών και του εμπορικού προστατευτισμού, η επιβολή ή επέκταση λιμενικών τελών, αλλά και οι εξελίξεις σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.
Η ενδεχόμενη επανέναρξη των διελεύσεων από τη Θάλασσα της Ερυθράς και τη Διώρυγα του Σουέζ θα μπορούσε να μειώσει τις αποστάσεις των ταξιδιών και, κατ’ επέκταση, τη ζήτηση πλοίων σε όρους χωρητικότητας. Παράλληλα, σενάρια όπως μια πιθανή σύγκρουση στη Βενεζουέλα, αλλά και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ κρατών και οικονομικών μπλοκ για τον έλεγχο κρίσιμων τμημάτων της ναυτιλιακής αλυσίδας αξίας – από τη ναυπηγική βιομηχανία έως τα logistics – ενισχύουν την αβεβαιότητα.
Την ίδια στιγμή, το βιβλίο παραγγελιών έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα που αντιστοιχούν περίπου στο 30% του υφιστάμενου στόλου, το υψηλότερο της τελευταίας δεκαετίας. Η αύξηση αυτή συνδέεται τόσο με την ανάγκη αντικατάστασης παλαιότερων πλοίων όσο και με επενδύσεις σε πλοία πολλαπλών καυσίμων, στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης και των στόχων μείωσης των εκπομπών.
Παρότι εκτιμάται ότι μέρος της υπερπροσφοράς θα απορροφηθεί μέσω αυξημένης αδρανοποίησης πλοίων, ακυρώσεων δρομολογίων, διαλύσεων και χαμηλότερων ταχυτήτων πλεύσης, τα περιθώρια κέρδους παραμένουν υπό πίεση.
Αντίθετα, ο τομέας των δεξαμενοπλοίων και ειδικότερα των πλοίων μεταφοράς αργού πετρελαίου αναμένεται να συνεχίσει να εμφανίζει ισχυρότερη δυναμική. Η αυξημένη τελική ζήτηση πετρελαίου και η άνοδος των τονομιλίων στηρίζουν την αγορά, ενώ οι εξαγωγές προς πιο απομακρυσμένες αγορές και οι διαταραχές σε κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές διατηρούν τη ζήτηση σε υψηλά επίπεδα, παρά τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική αστάθεια.
Για τα πλοία μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου, η προοπτική παραμένει πιο αδύναμη, με τους όγκους να αναμένονται γενικά σταθεροί. Το βιβλίο παραγγελιών κινείται σε πιο υγιή επίπεδα, ενώ η περιορισμένη διαθεσιμότητα θέσεων στα ναυπηγεία λειτουργεί ανασχετικά σε περαιτέρω αύξηση της προσφοράς. Σχετική σταθερότητα εκτιμάται και σε άλλους τομείς, όπως η μεταφορά LNG και αυτοκινήτων, χωρίς ωστόσο να διαφαίνονται ισχυροί καταλύτες ανάπτυξης.



























