Η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα παραμένει σταθερά ανάμεσα στις πιο ακριβές της Ευρώπης, με τις επιπτώσεις να περνούν αναπόφευκτα στους λογαριασμούς των καταναλωτών και να διαμορφώνουν το κόστος ζωής και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παρά τη σημασία του ζητήματος, ο δημόσιος διάλογος συχνά διεξάγεται χωρίς επαρκή στοιχεία, αφήνοντας αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για τους λόγους που διατηρούν τις τιμές σε τόσο υψηλά επίπεδα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, νέα ανάλυση του Green Tank με τίτλο «Πού οφείλονται οι υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας;» επιχειρεί να φωτίσει τις πραγματικές παραμέτρους που διαμορφώνουν τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά. Βασισμένη στα καθημερινά δεδομένα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ENTSO-E), η μελέτη συγκρίνει την ελληνική αγορά με εκείνη της Πορτογαλίας, μιας χώρας με παρόμοια χαρακτηριστικά αλλά σταθερά χαμηλότερες προημερήσιες τιμές (Day Ahead Market – DAM).
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το ορυκτό αέριο αποτελεί τον παράγοντα με τη μεγαλύτερη θετική συσχέτιση με τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και στις δύο χώρες, οδηγώντας σε υψηλότερο κόστος, ενώ αντίθετα οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας —και η αντλησιοταμίευση στην περίπτωση της Πορτογαλίας— συνδέονται με χαμηλότερες τιμές. Στην Ελλάδα, η απόσταση μεταξύ της μέσης ελάχιστης τιμής τις μεσημεριανές ώρες και της μέσης μέγιστης τιμής το βράδυ διευρύνθηκε σημαντικά, από 128 €/MWh το 2024 σε 143,4 €/MWh το 2025. Η «ψαλίδα» αυτή αποδίδεται στην περιορισμένη αύξηση των φθηνών ΑΠΕ κατά μόλις 5% στο δεκάμηνο του 2025 και στην παράλληλη άνοδο της παραγωγής από ορυκτό αέριο κατά 12,6%, που τροφοδότησε και τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Η συγκριτική αποτίμηση με την Πορτογαλία αναδεικνύει τρεις κρίσιμες διαφορές. Η Ελλάδα εμφανίζει ακριβότερη και εντονότερα διακυμαινόμενη προημερήσια αγορά, με τιμές που μετά τον Απρίλιο του 2022 ήταν κατά μέσο όρο 36% υψηλότερες και με διπλάσια μεταβλητότητα. Η χρήση ορυκτού αερίου παραμένει σαφώς μεγαλύτερη, καθώς το μέσο μηνιαίο μερίδιο στην Ελλάδα αγγίζει το 43,9%, έναντι μόλις 14% στην Πορτογαλία. Την ίδια στιγμή, η γειτονική χώρα έχει προχωρήσει σε εκτεταμένες επενδύσεις αποθήκευσης ενέργειας, αυξάνοντας την ισχύ αντλησιοταμίευσης στα 3,71 GW, όταν η Ελλάδα διαθέτει μόλις 0,7 GW. Η δυνατότητα αποθήκευσης προσφέρει στην Πορτογαλία τη δυνατότητα να αξιοποιεί την περίσσεια φθηνής ενέργειας το μεσημέρι και να τη διοχετεύει στο σύστημα τις βραδινές ώρες, περιορίζοντας την ανάγκη ενεργοποίησης ακριβών μονάδων αερίου.
Η ανάλυση του Green Tank καταλήγει ότι η διαρθρωτική εξάρτηση από το ακριβό ορυκτό αέριο, η περιορισμένη διείσδυση και αξιοποίηση των ΑΠΕ και η έλλειψη επαρκών υποδομών αποθήκευσης αποτελούν κομβικά στοιχεία για την εξήγηση του υψηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Με το ενεργειακό κόστος να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η ανάγκη για τεκμηριωμένες παρεμβάσεις γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική.





























