Με απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ο Διοικητής της ΑΑΔΕ Γιώργος Πιτσιλής έθεσε σε ισχύ ένα νέο, πιο αυστηρό και πιο λεπτομερές πλαίσιο ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Αρχής. Στόχος, όπως αναφέρεται ρητά, είναι η ενίσχυση της διαφάνειας, η διασφάλιση της ακεραιότητας και η αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς εντός της υπηρεσίας.
Σύμφωνα με την απόφαση, ελεγχόμενοι είναι όχι μόνο οι υπάλληλοι της ΑΑΔΕ αλλά και τα μέλη της οικογένειάς τους, εφόσον τα στοιχεία τους επηρεάζουν την εικόνα της συνολικής περιουσιακής κατάστασης. Ο έλεγχος αφορά την απόκτηση κάθε είδους περιουσιακού στοιχείου – κινητού ή ακίνητου – και εξετάζει αν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα νόμιμα εισοδήματα των υπόχρεων.
Η διαδικασία είναι εμπιστευτική, ενώ οι Οικονομικοί Επιθεωρητές υποχρεούνται να τηρούν αυστηρή εχεμύθεια, ακόμα και μετά την αποχώρησή τους από τα καθήκοντά τους. Ο έλεγχος μπορεί να ξεκινήσει με στοχευμένο τρόπο, δειγματοληπτικά ή μετά από καταγγελία που αξιολογείται από τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΑΑΔΕ.
Όπως προβλέπει το έγγραφο, οι ελεγκτές έχουν πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα πληροφοριών: κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών, στοιχεία από ασφαλιστικές εταιρείες, χρηματιστηριακές συναλλαγές, διεθνείς ανταλλαγές πληροφοριών και οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας των υπαλλήλων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις λεγόμενες «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή ποσά που εμφανίζονται σε λογαριασμούς χωρίς να υπάρχει ξεκάθαρη και νόμιμη εξήγηση για την προέλευσή τους.
Η απόφαση καθορίζει επίσης με λεπτομέρεια τη μεθοδολογία με την οποία οι ελεγκτές συγκρίνουν έσοδα, δαπάνες και μεταβολές σε τραπεζικά υπόλοιπα, προκειμένου να διαπιστώσουν αν υπάρχει αδικαιολόγητη αύξηση περιουσίας. Οποιαδήποτε διαφορά που δεν μπορεί να εξηγηθεί θεωρείται «παράνομο περιουσιακό όφελος» και μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχική ή ποινική δίωξη.
Ο υπάλληλος ενημερώνεται για τον έλεγχο μέσω ειδικής επιστολής και καλείται να συμπληρώσει αναλυτικά έντυπα με προσωπικά, οικογενειακά και οικονομικά στοιχεία. Αν προκύψουν αμφιβολίες, ζητούνται πρόσθετες εξηγήσεις, τις οποίες ο υπόχρεος πρέπει να παράσχει εντός 20 εργάσιμων ημερών. Μετά τη διαδικασία αυτή, ο ελεγκτής συντάσσει πορισματική έκθεση. Αν διαπιστωθεί ότι η περιουσιακή κατάσταση είναι δικαιολογημένη, η υπόθεση κλείνει. Αν όχι, ο φάκελος διαβιβάζεται στις αρμόδιες αρχές για τις προβλεπόμενες ενέργειες, ενώ σε περίπτωση χρηματικής ζημίας του Δημοσίου ενημερώνεται και το Ελεγκτικό Συνέδριο.





























