Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπαίνει σε μια νέα εποχή αμυντικής ετοιμότητας. Αυτό προκύπτει από το προσχέδιο του κειμένου το οποίο θα συζητηθεί στο άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης και στη συνέχεια θα τεθεί ενώπιον των ηγετών τον Οκτώβριο και το οποίο τιτλοφορείται «Defence Readiness Roadmap 2030».
Το κείμενο, το οποίο διέρρευσε χθες και βρίσκεται στην κατοχή του Dnews.gr, θέτει για πρώτη φορά με τόσο ξεκάθαρο τρόπο τον στόχο μιας «Ευρώπης έτοιμης το 2030», ικανής να αποτρέψει και να αντιμετωπίσει απειλές χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τρίτους.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου αυταρχικά κράτη αμφισβητούν το διεθνές δίκαιο, οι παραδοσιακοί σύμμαχοι στρέφουν την προσοχή τους σε άλλες περιοχές, ενώ η τεχνολογία μεταβάλλει ραγδαία τη φύση του πολέμου. Για τον λόγο αυτόν, η ΕΕ καλείται να επενδύσει μαζικά, γρήγορα και συλλογικά στην άμυνα, αξιοποιώντας την οικονομική της ισχύ και την τεχνολογική της βάση.
Στο κείμενο τονίζεται ότι η Ένωση πρέπει να κλείσει τα κενά που υπάρχουν σε κρίσιμες στρατιωτικές ικανότητες, ώστε να διαθέτει πλήρες φάσμα άμυνας σε ξηρά, αέρα, θάλασσα, κυβερνοχώρο και διάστημα. Η αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, τα συστήματα πυροβολικού, τα drones και τα αντι-drone, οι στρατηγικοί ενισχυτές και η κυβερνοάμυνα βρίσκονται στην κορυφή των προτεραιοτήτων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν «συμμαχίες δυνατοτήτων», να μοιραστούν ρόλους και πόρους και να προχωρήσουν σε κοινές προμήθειες, ώστε να επιτευχθεί οικονομία κλίμακας και να διασφαλιστεί η διαλειτουργικότητα των οπλικών συστημάτων.
Παράλληλα, η Κομισιόν προτείνει την έναρξη τεσσάρων εμβληματικών προγραμμάτων που θα λειτουργήσουν ως πανευρωπαϊκές ασπίδες απέναντι σε κοινές απειλές. Το πιο επείγον είναι το «European Drone Wall», ένα πολυεπίπεδο δίκτυο τεχνολογικά προηγμένων συστημάτων για την ανίχνευση και εξουδετέρωση drones, αλλά και για την ανάπτυξη επιθετικών δυνατοτήτων με χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Αντίστοιχα, το «Eastern Flank Watch» στοχεύει στην ενίσχυση των ανατολικών συνόρων της Ένωσης απέναντι σε υβριδικές επιχειρήσεις, εισβολές drones, απειλές στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα. Στο πακέτο εντάσσονται επίσης η ομπρέλα αεράμυνας και η ασπίδα διαστήματος, που θα προστατεύουν κρίσιμες υποδομές και δορυφορικά συστήματα.
Κεντρικό ρόλο αποκτά και η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η ήπειρος δεν μπορεί να στηρίζεται σε τρίτους για την παραγωγή πυρομαχικών και εξοπλισμού, ιδιαίτερα μετά την εμπειρία της Ουκρανίας, όπου αποδείχθηκε πόσο κρίσιμη είναι η επάρκεια αποθεμάτων και η ικανότητα ταχείας αναπλήρωσης. Έτσι, δίνεται έμφαση στην ενίσχυση των ευρωπαϊκών γραμμών παραγωγής, στη στήριξη καινοτόμων εταιρειών, στην προώθηση της τεχνητής νοημοσύνης και στην απεξάρτηση από στρατηγικές πρώτες ύλες που ελέγχονται από ανταγωνιστές. Ταυτόχρονα, σχεδιάζεται νέο πλαίσιο χρηματοδότησης, με το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας να προβλέπει πάνω από 130 δισ. ευρώ για άμυνα και διάστημα, ενώ εργαλεία όπως το SAFE και το EDIP θα κινητοποιήσουν δεκάδες δισ. για κοινές προμήθειες.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει η Ουκρανία, η οποία χαρακτηρίζεται από τις Βρυξέλλες «ατσάλινο ακανθόχοιρο», δηλαδή χώρα που πρέπει να είναι άτρωτη απέναντι σε εισβολείς. Η στρατηγική προβλέπει πολυετή χρηματοδότηση με δάνεια που θα αντλούνται ακόμη και από δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, αλλά και στενή συνεργασία της ουκρανικής βιομηχανίας με την ευρωπαϊκή. Παράλληλα, προωθείται η «Συμμαχία Drones με την Ουκρανία» με επένδυση δισεκατομμυρίων ευρώ, ώστε να αξιοποιηθούν η εμπειρία και η τεχνογνωσία που έχει αναπτύξει το Κίεβο στο πεδίο της μάχης.
Οι συνέπειες για την Ελλάδα
Το νέο πλαίσιο φέρνει σημαντικές συνέπειες και για την Ελλάδα. Η Αθήνα βλέπει να διαμορφώνεται ένα περιβάλλον στο οποίο η ΕΕ επιδιώκει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της, κάτι που μπορεί να στηρίξει την πάγια θέση της χώρας ότι οι ευρωπαϊκές δομές ασφάλειας πρέπει να είναι πιο ενεργές στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συμμετοχή σε προγράμματα όπως η ασπίδα drones και το διαστημικό σκέλος θα ενισχύσει την ικανότητα της Ελλάδας να προστατεύει τα εκτεταμένα θαλάσσια και εναέρια σύνορά της, σε μια περίοδο που η τουρκική προκλητικότητα παραμένει υψηλή.
Επιπλέον, το ενδιαφέρον στρέφεται και στην ελληνική αμυντική βιομηχανία. Η Ευρώπη σχεδιάζει να κατευθύνει τεράστιους πόρους σε κοινοπραξίες και γραμμές παραγωγής, γεγονός που δίνει ευκαιρίες για ένταξη ελληνικών εταιρειών στις ευρωπαϊκές αλυσίδες. Τομείς όπως τα drones, τα ναυτικά συστήματα, η κυβερνοάμυνα και η τεχνητή νοημοσύνη είναι χώροι όπου ελληνικά πανεπιστήμια, start-ups και παραδοσιακές βιομηχανίες μπορούν να συνεισφέρουν και να αποκομίσουν οφέλη. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, να προσελκύσει επενδύσεις και να δώσει ώθηση σε έναν κλάδο που επί δεκαετίες αντιμετωπίζει δυσκολίες.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας ενισχύει επίσης τη σημασία της στο πλαίσιο της στρατιωτικής κινητικότητας. Το προσχέδιο προβλέπει ενιαίο κανονιστικό πλαίσιο για τη μεταφορά στρατευμάτων και εξοπλισμού σε όλη την Ε.Ε., κάτι που θα καταστήσει τα λιμάνια και τις βάσεις της χώρας κομβικά για την υποστήριξη επιχειρήσεων προς τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα ή τη Μέση Ανατολή. Ήδη, τα τελευταία χρόνια, η Αλεξανδρούπολη έχει εξελιχθεί σε σημείο στρατηγικής σημασίας, και η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική μπορεί να πολλαπλασιάσει τον ρόλο αυτόν.
Η υιοθέτηση του «Defence Readiness Roadmap 2030» θα έχει και σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για την Ελλάδα, η οποία ήδη δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ της για την άμυνα. Η νέα στρατηγική φέρνει πίεση για επιπλέον επενδύσεις σε εξοπλιστικά προγράμματα, τεχνολογίες και εκπαίδευση, την ώρα που η χώρα επιδιώκει πρωτογενή πλεονάσματα και σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους. Ωστόσο, το Roadmap εισάγει ισχυρά ευρωπαϊκά εργαλεία χρηματοδότησης, όπως το SAFE, το EDIP και το νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, που μπορούν να καλύψουν μέρος του κόστους μέσω κοινών προμηθειών και βιομηχανικών συνεργασιών. Παράλληλα, η μεγαλύτερη ευελιξία των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων επιτρέπει στις χώρες να αυξήσουν αμυντικές δαπάνες χωρίς παραβίαση των κανόνων ελλείμματος, υπό την προϋπόθεση προσεκτικής διαχείρισης. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία μπορεί να βγει κερδισμένη, αν ενταχθεί σε παραγωγικά σχήματα και αξιοποιήσει ευρωπαϊκά κονδύλια, ενισχύοντας θέσεις εργασίας και τεχνολογική ανάπτυξη. Αντίθετα, αν η Ελλάδα περιοριστεί – ξανά- στον ρόλο του απλού αγοραστή και δεν συμμετάσχει ενεργά σε παραγωγικά σχήματα, τότε το κόστος των νέων εξοπλιστικών αναγκών θα επιβαρύνει ευθέως τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ τα οφέλη θα πάνε σε άλλες χώρες με ισχυρότερη βιομηχανική βάση.




























