Στη Γαλλία έχει ανάψει η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την πρόταση για την επιβολή φόρου 2% στις περιουσίες που υπερβαίνουν τα 100 εκατ. ευρώ, με το μέτρο να παρουσιάζεται ως πιθανή λύση στην άνιση κατανομή πλούτου και στην ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών.
Σύμφωνα με έκθεση του Φορολογικού Παρατηρητηρίου της ΕΕ, το μέτρο θα μπορούσε να αποφέρει περί τα 40 δισ. ευρώ ετησίως στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πάνω από 186 δισ. ευρώ παγκοσμίως. Το ποσό αντιστοιχεί μόλις στο 2% της περιουσίας 12 και πλέον τρισ. ευρώ που κατέχουν οι υπερπλούσιοι, όμως θα επταπλασίαζε τα φορολογικά έσοδα από τη φορολόγησή τους που σήμερα ανέρχονται μόλις σε 5,6 δισ. ευρώ στην Ευρώπη, εξαιτίας των φορολογικών παραθύρων και της χρήσης υπεράκτιων εταιρειών.
Το Φορολογικό Παρατηρητήριο της ΕΕ έχει υπολογίσει ότι οι δισεκατομμυριούχοι φορολογούνται σήμερα με συντελεστές που δεν ξεπερνούν το 0,5% της περιουσίας τους, συχνά μέσω φορολογικών παραδείσων και εταιρειών-βιτρινών.
Η αρχιτεκτονική του σχεδίου για την οριζόντια φορολόγηση των υπερπλουσίων με συντελεστή 2% παραπέμπει στο μοντέλο του ελάχιστου εταιρικού φόρου που συμφωνήθηκε το 2021 υπό τον ΟΟΣΑ: προβλέπει δηλαδή ένα κατώτατο όριο φορολόγησης, ώστε να αποτραπεί ο φορολογικός ανταγωνισμός και η διαρκής φυγή κεφαλαίων σε παραδείσους χαμηλής ή μηδενικής φορολογίας. Αν η πρόταση για την επιβολή ελάχιστου φόρου 2% στις περιουσίες άνω των 100 εκατ. ευρώ εφαρμοζόταν και στην Ελλάδα, τα δημόσια ταμεία θα κατέγραφαν σημαντικά πρόσθετα έσοδα από τους Έλληνες δισεκατομμυριούχους.
Σύμφωνα με τη λίστα του Forbes, στη χώρα μας υπάρχουν τουλάχιστον 14 πρόσωπα και οικογένειες με περιουσίες που ξεπερνούν το 1 δισ. δολάρια (930 εκατ. ευρώ) – κυρίως από τη ναυτιλία, αλλά και από ενέργεια, τράπεζες, ακίνητα και έργα τέχνης.
Συνολικά, οι 14 Έλληνες δισεκατομμυριούχοι που εμφανίζονται στην εφετινή κατάταξη του Forbes συγκεντρώνουν περιουσία άνω των 37 δισ. ευρώ. Ένας φόρος 2% θα απέφερε περίπου 744 εκατ. ευρώ τον χρόνο – ποσό αντίστοιχο με το μισό των ετήσιων εσόδων από τον ΕΝΦΙΑ ή όσο μια μικρή αλλά στοχευμένη κοινωνική δαπάνη. Η επιβολή ενός τέτοιου φόρου θα είχε, συνεπώς, βαρύνουσα δημοσιονομική σημασία για την Ελλάδα, ενισχύοντας τα έσοδα του κράτους χωρίς να πλήττει τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα.
Από την άλλη, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο μια εθνική πρωτοβουλία θα μπορούσε να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, χωρίς τον κίνδυνο διαφυγής κεφαλαίων, σε αντίθεση με μια ευρωπαϊκή ή παγκόσμια συντονισμένη συμφωνία, όπως αυτή που συζητείται σε διεθνές επίπεδο.




























