Σταθερά παραμένουν τα spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών, σύμφωνα με χθεσινή έκθεση του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ).
Η διαφορά στο δεκαετές ομόλογο διαμορφώνεται στις 75 μονάδες βάσης, ενώ για τις διάρκειες των 5 και 15 ετών τα spreads καταγράφονται στις 45 και 74 μονάδες βάσης αντίστοιχα. Οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων εξακολουθούν να κινούνται σε ανταγωνιστικά επίπεδα εντός ευρωζώνης, με το 10ετές να φθάνει στο 3,345%, το 15ετές στο 3,710% και το 30ετές στο 4,201%.
Σε μηνιαία βάση, η μεταβολή των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων κυμάνθηκε από 0 έως 12 μονάδες βάσης. Στα βραχυπρόθεσμα (2 έως 4 έτη), οι αυξήσεις περιορίστηκαν στις 2 έως 5 μονάδες, ενώ στις μεσομακροπρόθεσμες διάρκειες (5 έως 15 έτη) οι αποδόσεις αυξήθηκαν ελαφρώς περισσότερο, κατά 5 έως 9 μονάδες βάσης. Τη μεγαλύτερη μεταβολή σημείωσε το 30ετές ομόλογο, με αύξηση κατά 12 μονάδες, υποδηλώνοντας ενδεχόμενη αναθεώρηση στις μακροπρόθεσμες προσδοκίες για επιτόκια ή πληθωρισμό.
Είναι ενδεικτικό πως η Ιταλία καταγράφει υψηλότερα spreads σε σχέση με την Ελλάδα, με 101 μονάδες βάσης στο δεκαετές. Αντιθέτως, Ισπανία και Πορτογαλία κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα, με spreads στις 62 και 50 μονάδες αντίστοιχα, ενώ η Γαλλία ακολουθεί με 68 μονάδες βάσης.
Παρά την υστέρηση της ελληνικής πιστοληπτικής αξιολόγησης (στο επίπεδο BBB), οι ελληνικές αποδόσεις παραμένουν ιστορικά χαμηλές. Η αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού και η σταθερή δημοσιονομική εικόνα συντελούν στη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών, προσδίδοντας στη χώρα σχετική θωράκιση απέναντι σε εξωτερικές αναταράξεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, το δημόσιο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης θα ανέλθει στα 365 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, ελαφρώς αυξημένο σε σχέση με το 2021 (364,1 δισ. ευρώ), ωστόσο το κρίσιμο μέγεθος –το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ– καταγράφει εντυπωσιακή μείωση: από 197,3% το 2021 σε 147,5% το 2025, δηλαδή πτώση σχεδόν 50 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε τέσσερα χρόνια.




























