Market Maven

Η αξιολόγηση της «καταλληλότητας» του Euronext από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τα πέντε «όχι» από το Ελεγκτικό Συνέδριο στα ΕΑΣ για τη σύμβαση με ΟΝΕΧ και IPIROTIKI, η HELLENiQ ENERGY και οι μελλοντικές επιπτώσεις από τις δημοπρασίες χρέους

Η αξιολόγηση της «καταλληλότητας» του Euronext από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τα πέντε «όχι» από το Ελεγκτικό Συνέδριο στα ΕΑΣ για τη σύμβαση με ΟΝΕΧ και IPIROTIKI, η HELLENiQ ENERGY και οι μελλοντικές επιπτώσεις από τις δημοπρασίες χρέους
«Πάγωσε» η σύμβαση ΕΑΣ – ΟΝΕΧ – IPIROTIKI

Ηχηρό σκαμπίλι από το Ελεγκτικό Συνέδριο εισέπραξε η Διοίκηση των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων και προσωπικά ο Διευθύνων Σύμβουλος των ΕΑΣ Χριστόφορος Μπουτσικάκης, καθώς το δημοσιονομικό δικαστήριο «πάγωσε» σύμβαση 8,28 εκατ. ευρώ που αφορούσε στην απευθείας ανάθεση υπηρεσιών διάθεσης ανθρώπινου δυναμικού από τις ΟΝΕΧ Technology Systems & Business Solutions και την IPIROTIKI Facility Services.

Συγκεκριμένα, με απόφαση Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου που συνεδρίασε υπό την προεδρία της Συμβούλου Χρυσούλας Μιχαλάκη και τη συμμετοχή της Παρέδρου Ελένης Κατσούρα και της Εισηγήτριας Μαρίας Κόκορη-Κόγια, ανεστάλη η προέγκριση της σύμβασης ύψους 8,28 εκατ. ευρώ (πλέον ΦΠΑ) που επρόκειτο να υπογραφεί για υπηρεσίες διάθεσης 220 εργαζομένων στα ΕΑΣ. Το Κλιμάκιο δεν περιορίστηκε απλώς στην τυπική διαδικασία ελέγχου, αλλά ανέδειξε νομικές, θεσμικές και δημοσιονομικές ελλείψεις που οδήγησαν σε πέντε κομβικά «όχι», τα οποία συνιστούν ουσιαστικά ένα θεσμικό ράπισμα στις πρακτικές που ακολουθήθηκαν από τη Διοίκηση των ΕΑΣ.

Τα πέντε «όχι»

Ο πρώτος και πιο κομβικός λόγος για τον οποίο το Κλιμάκιο ανέστειλε την έγκριση της σύμβασης αφορά τη θεμελίωση της επίκλησης του κατεπείγοντος. Τα ΕΑΣ υποστήριξαν ότι επείγουσες και απρόβλεπτες ανάγκες καθιστούσαν επιτακτική την άμεση σύναψη σύμβασης χωρίς διαγωνισμό. Ωστόσο, το Κλιμάκιο έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκαν επαρκώς ούτε η απρόβλεπτη φύση των περιστάσεων, ούτε η έλλειψη ευθύνης της ίδιας της αναθέτουσας αρχής για τη δημιουργία αυτών των αναγκών. Αντιθέτως, όπως διαπιστώθηκε, υπήρξαν χρονικά περιθώρια για ορθό προγραμματισμό, τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν, γεγονός που ακυρώνει το επιχείρημα της αναγκαιότητας προσφυγής στη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση, όπως ορίζει ο νόμος 3978/2011. Η δεύτερη επιφύλαξη αγγίζει το νομικό θεμέλιο της σύμβασης. Τα ΕΑΣ υπήγαγαν τη διαδικασία στο εξειδικευμένο καθεστώς του ν. 3978/2011 που αφορά αποκλειστικά προμήθειες στρατιωτικού χαρακτήρα, αποφεύγοντας την εφαρμογή του ν. 4412/2016 που προβλέπει αυστηρότερες διαδικασίες διαφάνειας.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς πως όλες οι ειδικότητες και υπηρεσίες του έργου έχουν άμεση σχέση με στρατιωτικά προγράμματα, καθιστώντας προβληματική τη νομική βάση της διαδικασίας. Η τρίτη παρατήρηση έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό. Τα ΕΑΣ δεν κατόρθωσαν να αιτιολογήσουν με επάρκεια την απόφασή τους να απευθύνουν πρόσκληση σε μόλις δύο εταιρείες —την ΟΝΕΧ και την IPIROTIKI FACILITY SERVICES— για συμμετοχή στη διαπραγμάτευση. Η απουσία σαφούς αιτιολόγησης των επιλογών αυτών, με γενικόλογες αναφορές σε τεχνική επάρκεια και φερεγγυότητα, προσέκρουσε στην απαίτηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για διαφανή, επαρκώς τεκμηριωμένη και αντικειμενικά επαληθεύσιμη επιλογή.

Η κατάθεση δε, μιας μόνο προσφοράς από κοινού από τους δύο φορείς (χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό), εξέθεσε τη Διοίκηση των ΕΑΣ που δεν απευθύνθηκε σε περισσότερους προμηθευτές. Το Ελεγκτικό Συνέδριο διατύπωσε μια τέταρτη παρατήρηση για την ασάφεια στις ημερομηνίες λήξης προηγούμενων συμβάσεων. Μία από τις βασικές αιτιάσεις των ΕΑΣ υπέρ της διαδικασίας του κατεπείγοντος ήταν η επικείμενη λήξη των προηγούμενων συμβάσεων υποστήριξης. Ωστόσο, το Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντόπισε αντιφατικά στοιχεία: σε κάποια έγγραφα αναφέρεται ως ημερομηνία λήξης η 30η Ιουνίου 2025, ενώ σε άλλα η 31η Αυγούστου. Αυτή η ασυμφωνία υπονόμευσε το επιχείρημα περί χρονικού κενού που θα έθετε σε κίνδυνο τη συνέχιση των βιομηχανικών εργασιών.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέστησε σαφές ότι τέτοιες ασάφειες είναι ανεπίτρεπτες, καθώς πλήττουν την αξιοπιστία της διοίκησης και θολώνουν το θεσμικό τοπίο.Τέλος, το Κλιμάκιο προχώρησε και σε μια πέμπτη παρατήρηση. Εστίασε στην απουσία βασικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν τον οικονομικό αντίκτυπο της σύμβασης. Παρά τον σαφή προσδιορισμό του συμβατικού τιμήματος, αυτό δεν συνοδευόταν από ανάλυση κόστους ούτε υπήρξε επαρκής πρόβλεψη για τη δέσμευση πίστωσης στον προϋπολογισμό του φορέα. Να αναφέρουμε εδώ πως οι εξαγωγικές ανάγκες των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων αναφέρθηκαν ως ένας από τους βασικούς λόγους επίκλησης του κατεπείγοντος χαρακτήρα της διαδικασίας ανάθεσης, δηλαδή ως αιτιολογία για την παράκαμψη της ανοιχτής διαγωνιστικής διαδικασίας.

Ωστόσο, προς το παρόν οι μοναδικές δεσμεύσεις που υπέχει η χώρα έναντι διεθνών πελατών, με αυστηρά χρονοδιαγράμματα παραδόσεων, σχετίζονται με τις κεφαλές μάχης και μονάδες όπλισης ασφάλειας του ευρωπαϊκού πυραύλου IRIS-T. Στην εν λόγω γραμμή παραγωγής εργάζονται περίπου 20 άτομα τα οποία σύμφωνα με πληροφορίες επαρκούν. Σε καμία δε περίπτωση δεν δικαιολογείται η απασχόληση 220 ατόμων μόνον για την εν λόγω γραμμή παραγωγής.

Μήνυμα στη Διοίκηση των ΕΑΣ

Η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να αναστείλει την προέγκριση της σύμβασης ύψους 8,28 εκατ. ευρώ συνιστά ένα σαφές μήνυμα προς τη διοίκηση των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων και προσωπικά προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Χριστόφορο Μπουτσικάκη. Η ανάγκη για αυξημένη επιμέλεια στους διαγωνισμούς και τις διαδικασίες ανάθεσης καθίσταται πλέον επιτακτική, ιδίως όταν πρόκειται για συμβάσεις που υπάγονται στον υποχρεωτικό προσυμβατικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σε αντίθεση με άλλες συμβάσεις των ΕΑΣ μικρότερης κλίμακας ή χαμηλότερης θεσμικής εποπτείας (που δεν ξεπερνούν το 1,7 εκατ. ευρώ και δεν απαιτούν προσυμβατικό έλεγχο), οι συγκεκριμένες διαδικασίες αξιολογούνται με βάση αυστηρά νομικά και δημοσιονομικά κριτήρια, όπου κάθε απόκλιση ή έλλειψη τεκμηρίωσης μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή ή απόρριψη. Η Διοίκηση των ΕΑΣ – έστω και τώρα- έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την παρούσα αναστολή ως αφορμή για ουσιαστική αναθεώρηση των εσωτερικών της διαδικασιών, ενίσχυση των μηχανισμών τεκμηρίωσης και συμμόρφωση με τις αρχές της διαφανούς διαχείρισης. Από τις αποφάσεις που θα λάβει θα εξαρτηθεί και το εάν θα υπάρξει από το Σεπτέμβριο συνέχιση της συνεργασίας με τις ΟΝΕΧ Technology Systems και IPIROTIKI Facility Services.

Η αξιολόγηση καταλληλότητας του Euronext

Ένα απαραίτητο βήμα για την «υποδοχή» της αναθεωρημένης, μη δεσμευτικής, υπό όρους, δημόσιας πρόταση ανταλλαγής μετοχών που απηύθυνε το Euronext στους μετόχους του Χρηματιστηρίου Αθηνών έκανε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εκδίδοντας την απόφαση 14/1058/23.7.2025 «για την αξιολόγηση καταλληλότητας των μετόχων με ειδική συμμετοχή ή υποψήφιων μετόχων ενός διαχειριστή αγοράς». Το νέο αυτό κανονιστικό πλαίσιο καθορίζει λεπτομερώς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επιθυμούν να αποκτήσουν συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο ενός διαχειριστή αγοράς, είτε άμεσα είτε έμμεσα, και ειδικότερα όταν πρόκειται για ειδική συμμετοχή. Με τον όρο «ειδική συμμετοχή» νοείται η απόκτηση ποσοστού που φτάνει ή υπερβαίνει τα κρίσιμα όρια του 20%, του ενός τρίτου (1/3), του 50% ή των δύο τρίτων (2/3) του μετοχικού κεφαλαίου. Η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της δημόσιας πρότασης που υπέβαλε το Euronext για την απόκτηση του ελέγχου της ΕΧΑΕ, με στόχο τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού οικοσυστήματος κεφαλαιαγορών. Ο ευρωπαϊκός όμιλος, που ήδη διαχειρίζεται τα χρηματιστήρια σε Άμστερνταμ, Βρυξέλλες, Δουβλίνο, Λισαβόνα, Μιλάνο, Όσλο και Παρίσι, επιδιώκει να ελέγξει τουλάχιστον το 67% της ΕΧΑΕ, καθιστώντας το Χρηματιστήριο Αθηνών το όγδοο μέλος του δικτύου. Η δημόσια πρόταση αποτιμά την ΕΧΑΕ στα 7,14 ευρώ ανά μετοχή, με αναλογία ανταλλαγής 20 μετοχών της ΕΧΑΕ για κάθε νέα μετοχή του Euronext.

Τι θα εξετάσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς

Σύμφωνα με την απόφαση η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα ακολουθήσει συγκεκριμένα βήματα εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για να αξιολογήσει το Euronext. Tο πρώτο βήμα προϋποθέτει την επίσημη γνωστοποίηση από το Euronext της πρόθεσής του να αποκτήσει ποσοστό που θα υπερβαίνει το όριο του 67% στην ΕΧΑΕ. Η πρόθεση αυτή θα συνοδεύεται από την υποβολή πλήρους φακέλου με τα στοιχεία της νομικής του ταυτότητας, περιλαμβανομένων του καταστατικού, των νομιμοποιητικών εγγράφων, πληροφοριών για τη διοίκηση, τους πραγματικούς δικαιούχους και τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του ομίλου. Η Επιτροπή στη συνέχεια θα ξεκινήσει την αξιολόγηση της φήμης και της ακεραιότητας του Euronext.

Θα εξεταστούν ενδεχόμενες ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις, καθώς και η τήρηση εποπτικών υποχρεώσεων στο παρελθόν. Η οικονομική ευρωστία αποτελεί επίσης καθοριστικό κριτήριο, με την Επιτροπή να ελέγχει αν το Euronext διαθέτει τους απαιτούμενους πόρους για να στηρίξει τη λειτουργία της ΕΧΑΕ και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόκτηση μετοχικού ελέγχου. Βάρος θα δοθεί στον βαθμό επιρροής που ενδέχεται να αποκτήσει ο ευρωπαϊκός όμιλος στη διοικητική λειτουργία της ΕΧΑΕ. Εφόσον διαπιστωθεί ότι, μέσω της συμμετοχής του, το Euronext θα μπορεί να διορίσει ή να επηρεάσει πρόσωπα με ουσιαστικό ρόλο στη διοίκηση, η Επιτροπή θα προχωρήσει σε αξιολόγηση της φήμης, της εμπειρίας και της καταλληλότητας των συγκεκριμένων στελεχών.Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρίσκεται και η διασφάλιση της εύρυθμης και ανεξάρτητης λειτουργίας της ΕΧΑΕ ως ρυθμιζόμενης αγοράς.

Η Επιτροπή θα εξετάσει εάν η συμμετοχή του Euronext συμβάλλει στην ενίσχυση της σταθερότητας και της διαφάνειας του συστήματος ή αν ελλοχεύει ο κίνδυνος υπερσυγκέντρωσης επιρροής. Παράλληλα, θα διερευνηθεί η ακρίβεια και η πληρότητα των στοιχείων που έχει υποβάλει ο υποψήφιος μέτοχος. Σε περίπτωση ελλείψεων ή ψευδών δηλώσεων, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να απορρίψει την αίτηση ή να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία, αναστέλλοντας προσωρινά τη διαδικασία. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα έχει περιθώριο 60 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του πλήρους φακέλου για να ολοκληρώσει τη διαδικασία αξιολόγησης. Εφόσον εγκριθεί η εξαγορά, το Euronext και η ΕΧΑΕ υποχρεούνται σε συνεχή ενημέρωση για κάθε σημαντική μεταβολή, η οποία πρέπει επιπλέον να δημοσιοποιείται στην επίσημη ιστοσελίδα της εταιρείας.

Η αλλαντοβιομηχανία Νίκας

Θα αναφερθούμε στην αλλαντοβιομηχανία Π. Γ. Νίκας ΑΕ όχι για να αναθερμάνουμε τα σενάρια που φέρουν την Bespoke SGA Holding του Σπύρου Θεοδωρόπουλου να πουλάει την αλλαντοβιομηχανία στους μετόχους της εταιρείας Α. & Χ.Υφαντής ΑΒΕΕ, αλλά με άλλη αφορμή. Συγκεκριμένα, λόγω μιας απόφαση που έλαβε προ ημερών η Γενική Διεύθυνση Αναπτυξιακών Νόμων και Άμεσων Ξένων Επενδύσεων του υπουργείου Ανάπτυξης. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση ζητείται η επιστροφή ενίσχυσης ύψους 639.166 ευρώ, η οποία είχε χορηγηθεί στην Π.Γ. Νίκας ΑΕ για επενδυτικό σχέδιο δημιουργίας εγκαταστάσεων στον Άγιο Στέφανο Αττικής, με συνολικό επιλέξιμο κόστος 3,19 εκατομμύρια ευρώ, βάσει του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004. Παρά το γεγονός ότι η ενίσχυση είχε εγκριθεί σχεδόν πριν από δύο δεκαετίες, η εταιρεία δεν υπέβαλε, μέχρι την καταληκτική ημερομηνία της 1ης Απριλίου 2024, την απαιτούμενη αίτηση για την πιστοποίηση ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 52 του νόμου 5079/2023. Ως εκ τούτου, το Δημόσιο έκρινε ότι η ενίσχυση καταβλήθηκε αχρεωστήτως και δρομολόγησε τη διαδικασία ανάκτησής της, με προσαύξηση τόκων.

Η HELLENiQ ENERGY

Από το 2008 και για σχεδόν δύο δεκαετίες, η HELLENiQ ENERGY βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολυετή τελωνειακή διαφορά, η οποία φαίνεται να οδεύει σταδιακά προς την αποκατάσταση, με την εταιρεία να επιμένει τεκμηριωμένα στη νομιμότητα των ενεργειών της. Η υπόθεση ξεκίνησε όταν, το 2008, καταλογίστηκαν από το αρμόδιο Τελωνείο πράξεις συνολικού ύψους περίπου 40 εκατ. ευρώ, που αφορούσαν φερόμενα τελωνειακά «ελλείμματα» στις φορολογικές αποθήκες της εταιρείας για χρονικές περιόδους από το 2001 έως το 2005. Η HELLENiQ ENERGY (τότε ΕΛΠΕ) αντέδρασε άμεσα, προσφεύγοντας στα διοικητικά δικαστήρια, τονίζοντας ότι οι καταλογισμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και δεν στηρίζονταν σε ουσιαστικά ευρήματα. Παρά τη δικαστική προσφυγή, οι τελωνειακές αρχές προχώρησαν στην παρακράτηση ποσού 54 εκατ. ευρώ από βεβαιωμένες επιστροφές ΦΠΑ. Η ενέργεια αυτή κρίθηκε μη νόμιμη από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με απόφασή του δικαίωσε την εταιρεία, απορρίπτοντας την παρακράτηση ως αβάσιμη. Σε σχέση με την υπόθεση της καταλογιστικής πράξης ύψους 35,7 εκατ. ευρώ, η οποία συζητήθηκε εκ νέου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά και τον Ιούλιο του 2024 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Α812/2024 απόφαση υπήρξε περιπλοκή. Το δικαστήριο χαρακτήρισε την παράβαση ως απλή τελωνειακή, αποδέχθηκε τις θέσεις των φυσικών προσώπων που είχαν καταλογιστεί αλληλεγγύως και, αν και απέρριψε την προσφυγή της εταιρείας, άφησε περιθώρια συνέχισης της νομικής διεκδίκησης. Σε εκκρεμότητα παραμένει και η καταλογιστική πράξη των 3,5 εκατ. ευρώ. Η προσφυγή πέρασε από τον πρώτο βαθμό, αναβλήθηκε αρκετές φορές και τελικά να συζητήθηκε τον Μάρτιο του 2023. Η έκδοση απόφασης αναμένεται εντός των επομένων μηνών. Τέλος, η HELLENiQ ENERGY, επιμένοντας στη θέση της ότι έχει τηρήσει πλήρως το νομοθετικό πλαίσιο, έχει ασκήσει αναίρεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά. Η δικάσιμος έχει οριστεί για τις 26 Νοεμβρίου 2025.

Τα «απόνερα» από τις δημοπρασίες χρέους

Μελέτη του Στέλιου Φουράκη, Επίκουρου Καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, και του Ρικάρντο Άλβες Μοντέιρο, οικονομολόγου του ΔΝΤ, που δημοσιεύθηκε ως Working Paper του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εστιάζει σε έναν ουσιαστικό παράγοντα της οικονομικής πολιτικής: τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη επιλέγουν να εκδίδουν το δημόσιο χρέος τους, δηλαδή να δανείζονται. Η μελέτη τους καταπιάνεται με τις στρατηγικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ κυβερνήσεων και επενδυτών κατά τη διάρκεια των δημοπρασιών ομολόγων και δείχνει το πώς αυτές επηρεάζουν τις αποδόσεις, τον ρυθμό δανεισμού και την ευημερία των κρατών. Βασισμένοι σε εμπειρικά δεδομένα από τις δημοπρασίες χρέους στην ευρωζώνη οι συγγραφείς συγκρίνουν δύο κύριες μορφές δημοπρασιών: τη δημοπρασία ενιαίας τιμής και τη δημοπρασία διακριτής τιμής ή αλλιώς «pay-as-bid». Στο πρώτο μοντέλο, την ενιαία τιμή, όλοι οι επενδυτές που συμμετέχουν επιτυχώς στη δημοπρασία πληρώνουν την ίδια τιμή για τα ομόλογα, ανεξαρτήτως του ποσού που προσέφεραν αρχικά. Για παράδειγμα, αν η κυβέρνηση επιδιώκει να αντλήσει 100 εκατ. ευρώ και καταθέτονται προσφορές από τρεις τράπεζες – 40 εκατ. ευρώ με τιμή 98, 30 εκατ. ευρώ με τιμή 97 και 30 εκατ. ευρώ με τιμή 96 – τότε η οριακή τιμή διαμορφώνεται στο 96, δηλαδή στο χαμηλότερο αποδεκτό επίπεδο. Όλες οι τράπεζες αγοράζουν τα ομόλογα στην τιμή αυτή, ανεξάρτητα από το τι είχαν προσφέρει. Πρόκειται για ένα σύστημα που ευνοεί τον ανταγωνισμό, καθώς ενθαρρύνει τους επενδυτές να υποβάλουν υψηλότερες προσφορές χωρίς τον φόβο ότι θα πληρώσουν περισσότερο. Αντίθετα, στο μοντέλο της διακριτής τιμής, κάθε επενδυτής πληρώνει την τιμή που ανέφερε στην προσφορά του.

Με το ίδιο παράδειγμα, οι τράπεζες που πρόσφεραν 98, 97 και 96 ευρώ αντίστοιχα, θα αγοράσουν ομόλογα πληρώνοντας ακριβώς αυτά τα ποσά. Αυτό σημαίνει ότι οι πιο «γενναιόδωρες» προσφορές κοστίζουν περισσότερο στους συμμετέχοντες, δημιουργώντας τον γνωστό «φόβο του νικητή» (winner’s curse) – την ανησυχία δηλαδή ότι ο επενδυτής μπορεί να πληρώσει υπερβολικά για ένα ομόλογο χαμηλότερης αξίας, αν το κράτος αποφασίσει να εκδώσει περισσότερο χρέος απ’ ό,τι αρχικά είχε αφήσει να εννοηθεί. Το βασικό εύρημα στην μελέτη των Φουράκη – Μοντέιρο είναι πως οι κανόνες που διέπουν τον τρόπο εκτέλεσης των προσφορών δεν είναι ουδέτεροι, αλλά επηρεάζουν τη συμπεριφορά των επενδυτών και, κυρίως, τα κίνητρα των κυβερνήσεων. Οι δημοπρασίες ενιαίας φαίνεται να προσφέρουν καλύτερα κίνητρα για συνετή δημοσιονομική πολιτική σε σύγκριση με τις διακριτές δημοπρασίες, κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο επηρεάζουν τη συμπεριφορά της κυβέρνησης ως προς τον δανεισμό και της σχέσης της με τις προσδοκίες των επενδυτών. Σύμφωνα με τη μελέτη, το βασικό πλεονέκτημα των δημοπρασιών ενιαίας τιμής είναι ότι περιορίζουν τα κίνητρα της κυβέρνησης να υπερχρεώνεται.

Σε επαναλαμβανόμενες δημοπρασίες (δηλαδή στο δυναμικό πλαίσιο όπου οι κυβερνήσεις δανείζονται σε βάθος χρόνου), το μοντέλο δείχνει ότι οι διακριτές δημοπρασίες ενισχύουν τα κίνητρα «αραίωσης» (dilution), δηλαδή την τάση του κράτους να εκδίδει περισσότερο χρέος εις βάρος της αξίας των υφιστάμενων ομολόγων. Οι επενδυτές, προβλέποντας αυτή την τάση, απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις, κάτι που αυξάνει το κόστος δανεισμού για το Δημόσιο. Αντίθετα, στις ενιαίες δημοπρασίες, όλες οι αποδεκτές προσφορές εκτελούνται στην οριακή τιμή, γεγονός που σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν έχει το ίδιο κίνητρο να αυξήσει τον όγκο του δανεισμού, καθώς κάθε επιπλέον ευρώ εκδόσεως επηρεάζει την τιμή όλων των προηγούμενων.

Αυτό δημιουργεί ένα είδος πειθαρχίας της αγοράς και ενθαρρύνει πιο συνετή δημοσιονομική συμπεριφορά. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μετάβαση σε ενιαίο μοντέλο δημοπρασιών είναι «Βέλτιστη κατά Pareto» (μια αλλαγή που ωφελεί τη μια πλευρά χωρίς να κάνει κανέναν άλλο χειρότερα), δηλαδή ωφελούνται και η κυβέρνηση και οι επενδυτές – και τα οφέλη είναι μεγαλύτερα σε περιόδους κρίσης. Τέλος, κατά τους Φουράκη – Μοντέιρο παρά το γεγονός ότι οι διακριτές δημοπρασίες προσφέρουν σταθερότερα έσοδα βραχυπρόθεσμα (κάτι που μπορεί να προτιμά μια κυβέρνηση), μακροπρόθεσμα το κόστος της υπερχρέωσης και της χαμηλότερης αξιοπιστίας υπερβαίνει αυτό το πλεονέκτημα.

Αποποίηση Ευθύνης

Το περιεχόμενο και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη στήλη Market Maven προσφέρονται προς τους επισκέπτες/τριες/χρήστες/τριες της αποκλειστικά και μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς, δεν δύνανται σε καμιά περίπτωση να εκληφθούν ως προτροπή, προσφορά, άποψη ή σύσταση της στήλης για αγορά ή πώληση οποιουδήποτε χρεογράφου και δεν συνθέτουν νομική, φορολογική, λογιστική, ή επενδυτική συμβουλή ή υπηρεσία σχετικά με την αποδοτικότητα ή καταλληλότητα οποιουδήποτε χρεογράφου ή επένδυσης. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται ουδεμία ευθύνη για τυχόν επενδυτικές και λοιπές αποφάσεις που θα ληφθούν με βάση τις πληροφορίες αυτές.