Η ανάγκη για αποδοχή αποτελεί ένα φυσιολογικό κομμάτι της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς για την ψυχολογία. Ωστόσο, όταν η γνώμη των άλλων γίνεται βασική προϋπόθεση για να αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις αποφάσεις, τις σχέσεις και την καθημερινότητά μας.
Σύμφωνα με την προσέγγιση του Anthony De Mello, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Stop Fixing Yourself και αναφέρει το bolde, η αναζήτηση επιδοκιμασίας μπορεί να συνδέεται με μοτίβα συμπεριφοράς που διαμορφώνονται ήδη από την παιδική ηλικία. Το κλειδί για την αλλαγή δεν είναι απαραίτητα να γίνουμε πιο σκληροί ή να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε για τους άλλους, αλλά να αναγνωρίσουμε πότε η ανάγκη για αποδοχή καθορίζει τις αντιδράσεις μας.
Πώς μαθαίνουμε να αναζητούμε την αποδοχή από μικρή ηλικία
Η ανάγκη για επιβεβαίωση δεν εμφανίζεται πάντοτε ξαφνικά στην ενήλικη ζωή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και τον τρόπο με τον οποίο το περιβάλλον αντιδρά στις συμπεριφορές μας.
Ένα παιδί παίρνει καλούς βαθμούς και δέχεται ενθουσιώδη επιβράβευση. Όταν συνεργάζεται και δεν αντιδρά, ακούει ότι είναι ήσυχο και υπάκουο. Όταν εκφράζει μια άποψη που δυσαρεστεί έναν ενήλικα, μπορεί να συναντήσει ψυχρότητα, απογοήτευση ή ένταση.
Χωρίς να χρειάζεται κάποιος να του εξηγήσει άμεσα τι πρέπει να κάνει, το παιδί ενδέχεται να αρχίσει να συνδέει την αποδοχή με συγκεκριμένες συμπεριφορές. Μαθαίνει ότι όταν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων, το περιβάλλον γίνεται πιο ζεστό και οι σχέσεις μοιάζουν πιο ασφαλείς.
Αντίθετα, η διαφωνία ή η αποδοκιμασία μπορεί να εκλαμβάνονται ως απειλή για αυτή την ασφάλεια.
Η διαδικασία αυτή δεν είναι ίδια για όλους, ούτε σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αναζητά επιβεβαίωση έχει βιώσει δύσκολες παιδικές εμπειρίες. Ωστόσο, οι πρώιμες σχέσεις και οι τρόποι με τους οποίους μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε την αποδοχή και την απόρριψη μπορούν να επηρεάσουν την εικόνα που σχηματίζουμε για τον εαυτό μας.
Ο θεραπευτής Richard Brouillette, σε άρθρο του στο Psychology Today σχετικά με την αναζήτηση επιδοκιμασίας και τη συναισθηματική παραμέληση, συνδέει αυτή τη συμπεριφορά με εμπειρίες κατά τις οποίες ένα άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι δεν είναι αρκετό όπως είναι. Η προσπάθεια να κερδίσει την αποδοχή γίνεται τότε ένας τρόπος να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που αισθάνεται ότι είναι και σε αυτό που πιστεύει ότι πρέπει να γίνει για να ικανοποιήσει τους άλλους.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η στάση μπορεί να παγιωθεί τόσο πολύ, ώστε να μοιάζει με αυτονόητο κανόνα: πρέπει να γνωρίζουμε αν οι άλλοι είναι ευχαριστημένοι μαζί μας για να αισθανόμαστε και εμείς καλά.
Πότε η ευγένεια μετατρέπεται σε ανάγκη για επιβεβαίωση
Στην ενήλικη ζωή, η αναζήτηση επιδοκιμασίας δεν είναι πάντοτε εύκολο να αναγνωριστεί. Συχνά εμφανίζεται μέσα από συμπεριφορές που θεωρούνται θετικές, όπως η ευγένεια, η προσεκτική επικοινωνία, η διάθεση για συνεργασία και η προσπάθεια να μην πληγώνουμε τους γύρω μας.
Μπορεί, για παράδειγμα, να ζητάμε τη γνώμη τριών διαφορετικών ανθρώπων προτού πάρουμε μια απόφαση, παρότι μέσα μας γνωρίζουμε ήδη τι θέλουμε. Να δεχόμαστε μια πρόσκληση, επειδή φοβόμαστε ότι η άρνησή μας θα δημιουργήσει αμηχανία. Να αλλάζουμε τον τρόπο με τον οποίο εκφράζουμε μια άποψη ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί μας.
Ακόμη και μια απλή συζήτηση με τον προϊστάμενό μας μπορεί να απαιτεί υπερβολική προετοιμασία, επειδή ανησυχούμε μήπως μια φράση παρερμηνευτεί ή δημιουργήσει αρνητική εντύπωση.
Όλες αυτές οι συμπεριφορές μπορούν να εκλαμβάνονται ως υπευθυνότητα, κοινωνική ευαισθησία ή ενδιαφέρον για τους άλλους. Η διαφορά βρίσκεται στο κίνητρο που τις καθοδηγεί.
Η ψυχοθεραπεύτρια Amy Morin, σε δημοσίευμά της στο Psychology Today για τα σημάδια της τάσης να ευχαριστούμε διαρκώς τους άλλους, επισημαίνει τη δυσκολία αναγνώρισης αυτών των μοτίβων, καθώς συχνά συγχέονται με την καλοσύνη.
Στην πραγματικότητα, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να προσαρμοζόμαστε συνειδητά για να διατηρούμε μια υγιή σχέση και στο να προσαρμοζόμαστε επειδή φοβόμαστε τι θα συμβεί αν εκφράσουμε τις πραγματικές μας επιθυμίες.
Στην πρώτη περίπτωση, επιλέγουμε να λάβουμε υπόψη μας τους άλλους. Στη δεύτερη, μπορεί να αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε πραγματικά άλλη επιλογή.
Το κρυφό κόστος: Όταν χάνουμε την επαφή με τις δικές μας επιθυμίες
Η διαρκής αναζήτηση επιβεβαίωσης μπορεί να αποδειχθεί εξαντλητική. Το βαθύτερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η ψυχική κούραση που προκαλεί η προσπάθεια να ικανοποιούμε τους πάντες.
Όταν συνηθίζουμε να ελέγχουμε πρώτα τις αντιδράσεις των άλλων και έπειτα να αποφασίζουμε τι θέλουμε, υπάρχει ο κίνδυνος να δυσκολευτούμε να αναγνωρίσουμε τις δικές μας ανάγκες.
Κάποιος μας ρωτά πού θα θέλαμε να πάμε για φαγητό και απαντάμε αυτόματα «όπου θέλεις», χωρίς καν να σκεφτούμε τι προτιμάμε. Αναλαμβάνουμε μια επαγγελματική θέση που φαίνεται εντυπωσιακή στους γύρω μας, αλλά χρειάζεται πολύς χρόνος για να παραδεχτούμε ότι δεν μας ικανοποιεί. Παραμένουμε σε μια σχέση επειδή οι άλλοι θεωρούν ότι είμαστε με τον κατάλληλο άνθρωπο, ενώ εμείς δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε τη δική μας δυσαρέσκεια.
Ακόμη και όταν ένας φίλος ζητά την ειλικρινή μας γνώμη, μπορεί να καταλήγουμε να του λέμε αυτό που πιστεύουμε ότι θέλει να ακούσει.
Σταδιακά, η προσωπική επιθυμία περνά σε δεύτερη μοίρα. Δεν εξαφανίζεται απαραίτητα, αλλά καλύπτεται από τις προσδοκίες, τις αντιδράσεις και τις ανάγκες του περιβάλλοντος.
Έτσι, το άτομο μπορεί να φτάσει στο σημείο να δυσκολεύεται να απαντήσει σε ένα φαινομενικά απλό ερώτημα: «Εγώ τι θέλω πραγματικά;».
Αυτός είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους η αναζήτηση επιδοκιμασίας αξίζει να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη επίγνωση. Δεν επηρεάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο μας βλέπουν οι άλλοι, αλλά ενδέχεται να επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό.
Η λύση δεν είναι να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε για τους άλλους
Η απελευθέρωση από την ανάγκη για διαρκή επιβεβαίωση δεν σημαίνει ότι πρέπει να αδιαφορούμε για τις απόψεις των άλλων ή να απορρίπτουμε κάθε κριτική.
Η γνώμη των ανθρώπων που αγαπάμε, η εμπιστοσύνη των συνεργατών μας και η αναγνώριση των λαθών μας έχουν πραγματική αξία. Οι άλλοι μπορούν να εντοπίσουν πλευρές της συμπεριφοράς μας που εμείς δυσκολευόμαστε να δούμε και να μας βοηθήσουν να εξελιχθούμε.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν η ανατροφοδότηση μετατρέπεται σε προϋπόθεση για κάθε απόφαση και η προσωπική μας κρίση δεν θεωρείται αρκετή χωρίς την έγκριση κάποιου άλλου.
Η προσέγγιση του Anthony De Mello δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην παρατήρηση των συνηθειών μας τη στιγμή που εκδηλώνονται. Αντί να προσπαθούμε απλώς να επιβάλουμε στον εαυτό μας να γίνει πιο δυνατός ή να σταματήσει να ενδιαφέρεται, μπορούμε να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε τις σκέψεις και τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από τις αντιδράσεις μας.
Η αλλαγή ξεκινά συχνά με μικρές, καθημερινές διαπιστώσεις.
Πώς η αυτοπαρατήρηση μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά μας
Η ουσιαστική αλλαγή δεν απαιτεί απαραίτητα μεγάλες αποφάσεις ή απότομες αλλαγές στον τρόπο ζωής. Μπορεί να ξεκινήσει από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε τι πραγματικά μας κινητοποιεί.
Για παράδειγμα, λίγο πριν ξαναγράψουμε για τέταρτη φορά ένα μήνυμα, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν θέλουμε πραγματικά να βελτιώσουμε τη διατύπωση ή αν φοβόμαστε ότι ο παραλήπτης θα μας θεωρήσει απότομους.
Όταν είμαστε έτοιμοι να συμφωνήσουμε με μια πρόταση που δεν επιθυμούμε, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν λέμε «ναι» επειδή το θέλουμε ή επειδή ανησυχούμε ότι ένα «όχι» θα απογοητεύσει τον άλλον.
Αν αναζητούμε διαρκώς διαβεβαιώσεις για μια απόφαση, αξίζει να εξετάσουμε αν χρειαζόμαστε πραγματικά νέες πληροφορίες ή αν αναζητούμε κάποιον που θα μας δώσει την άδεια να κάνουμε αυτό που ήδη έχουμε αποφασίσει.
Αυτή η παρατήρηση δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από αυστηρή αυτοκριτική. Στόχος δεν είναι να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας επειδή επιθυμεί την αποδοχή, αλλά να κατανοήσουμε πότε η ανάγκη αυτή περιορίζει την ελευθερία των επιλογών μας.
Όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε το μοτίβο τη στιγμή που εμφανίζεται, τόσο μεγαλύτερη δυνατότητα έχουμε να επιλέξουμε διαφορετικά, αντί να αντιδρούμε αυτόματα.
Η ανάγκη για επιβεβαίωση μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει. Η διαφορά είναι ότι σταδιακά παύει να καθορίζει κάθε μας κίνηση.
Δεν χρειάζεται να αρέσουμε σε όλους για να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας
Η ανάγκη να μας αποδέχονται οι άλλοι είναι ανθρώπινη. Δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί για να αποκτήσουμε πιο υγιή σχέση με τον εαυτό μας.
Αυτό που έχει σημασία είναι να μπορούμε να ακούμε τις απόψεις των άλλων χωρίς να εγκαταλείπουμε αυτόματα τη δική μας κρίση, να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας χωρίς να αμφισβητούμε συνολικά την αξία μας και να εκφράζουμε τις επιθυμίες μας χωρίς να αισθανόμαστε ότι κάθε διαφωνία απειλεί τις σχέσεις μας.
Η αυτογνωσία δεν μας κάνει ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται για κανέναν. Μας βοηθά να ξεχωρίζουμε πότε η προσαρμογή είναι συνειδητή επιλογή και πότε αποτελεί αντίδραση στον φόβο της απόρριψης.
Τελικά, η ουσιαστική αλλαγή μπορεί να αρχίσει από μια απλή παρατήρηση: το «ναι» που δεν εννοούμε, το βλέμμα που αναζητά επιβεβαίωση μετά από μια συζήτηση και την ανάγκη να ακούσουμε από κάποιον άλλον ότι κάναμε το σωστό.
Όταν αναγνωρίζουμε αυτές τις στιγμές, αποκτούμε την ευκαιρία να αποφασίζουμε πιο συνειδητά. Και ίσως τότε ανακαλύψουμε ότι δεν χρειάζεται να σταματήσουμε να νοιαζόμαστε για τη γνώμη των άλλων, αλλά να πάψουμε να τη θεωρούμε τη μοναδική απόδειξη ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας.
































