Ένα τζιν παντελόνι μπορεί να κοστίζει από λίγα ευρώ μέχρι εκατοντάδες, και αυτή η διαφορά τιμής δεν είναι τυχαία.
Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που καθορίζουν αν ένα τζιν θα θεωρηθεί ακριβό ή φτηνό, και σχετίζονται τόσο με την ποιότητα όσο και με την εικόνα του προϊόντος.
Πρώτος και βασικότερος παράγοντας είναι τα υλικά. Τα ακριβά τζιν συνήθως κατασκευάζονται από υψηλής ποιότητας denim, συχνά 100% βαμβάκι ή με ειδικές ύφανσεις όπως το selvedge denim. Αυτά τα υφάσματα είναι πιο ανθεκτικά, «αναπνέουν» καλύτερα και με τον χρόνο αποκτούν μοναδική όψη. Αντίθετα, τα φτηνά τζιν χρησιμοποιούν συχνά μείγματα υφασμάτων χαμηλότερης ποιότητας ή λεπτότερο denim, που φθείρεται πιο γρήγορα.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η διαδικασία παραγωγής. Ένα ακριβό τζιν μπορεί να είναι χειροποίητο ή να παράγεται σε μικρές ποσότητες, με αυστηρό έλεγχο ποιότητας. Οι ραφές, τα κουμπιά, τα φερμουάρ και οι λεπτομέρειες είναι προσεγμένες και ανθεκτικές. Αντίθετα, τα φτηνά τζιν παράγονται μαζικά σε εργοστάσια, με στόχο τη χαμηλή τιμή και την ταχύτητα, συχνά εις βάρος της ποιότητας.
Άλλος παράγοντας είναι το brand. Οι γνωστές μάρκες επενδύουν σε σχεδιασμό, marketing και εικόνα, κάτι που ανεβάζει την τελική τιμή. Ο καταναλωτής δεν πληρώνει μόνο το παντελόνι, αλλά και το όνομα, το στυλ και το κύρος που το συνοδεύει. Τα φτηνά τζιν, αντίθετα, συνήθως δεν βασίζονται στο brand αλλά στη λειτουργικότητα.
Επίσης, το κόστος εργασίας επηρεάζει την τιμή. Τζιν που παράγονται σε χώρες με καλύτερες συνθήκες εργασίας και υψηλότερους μισθούς κοστίζουν περισσότερο. Τα φτηνά τζιν συχνά κατασκευάζονται σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος.
Τέλος, η αντοχή στον χρόνο είναι καθοριστική. Ένα ακριβό τζιν μπορεί να διαρκέσει χρόνια, ενώ ένα φτηνό ίσως χρειαστεί αντικατάσταση σύντομα. Έτσι, η τιμή δεν αντικατοπτρίζει μόνο το κόστος αγοράς, αλλά και τη συνολική αξία του προϊόντος.
Πηγή New York Mag




























