Η νύχτα των εκλογών έμοιαζε με όνειρο για τους Δημοκρατικούς. Έπειτα από τη συντριπτική νίκη τους, τον επόμενο χρόνο θα ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου.
«Σήμερα αρχίζει η μεγάλη αμερικανική επιστροφή», δήλωσε ενθουσιασμένος ο Χακίμ Τζέφρις, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Μετά από μήνες προεκλογικών δεσμεύσεων, ότι θα διερευνήσουν τη διαφθορά, θα μειώσουν το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης, των τροφίμων και των καυσίμων και θα λήξουν τον πόλεμο με το Ιράν, ξεκινά τώρα η πολύ δυσκολότερη διαδικασία της υλοποίησης.
Η αλλαγή των συσχετισμών στην Ουάσιγκτον δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί θα αρχίσουν μεμιάς να σβήνουν από τη λίστα των νομοθετικών τους στόχων. Ελέγχουν μεν το Κογκρέσο, όμως ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα να απορρίπτει νομοσχέδια.
Οι Δημοκρατικοί δεν πρέπει να εκλάβουν όσα συνέβησαν ως «εντολή», δήλωσε στο BBC ο γερουσιαστής Κρις Κουνς, προειδοποιώντας ότι το κόμμα παραμένει «βαθιά αντιδημοφιλές».
«Πρέπει να αποδείξουμε ότι μπορούμε να φέρουμε αποτελέσματα, να δώσουμε πραγματικές απαντήσεις στις ανησυχίες και τα ερωτήματα των πολιτών, ιδίως για τους χαμηλούς μισθούς και την άνοδο του κόστους ζωής».
Τι μπορούν να καταφέρουν οι Δημοκρατικοί
Ο βουλευτής της Καλιφόρνιας Ρόμπερτ Γκαρσία θα αναλάβει σύντομα την προεδρία μιας ισχυρής επιτροπής εποπτείας στη Βουλή, με αρμοδιότητες που μπορούν να κάνουν τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του Τραμπ αρκετά δύσκολα.
«Βρείτε δικηγόρους», δήλωσε ο Δημοκρατικός βουλευτής σε ανακοίνωσή του, καθώς κατέφθαναν τα νικηφόρα αποτελέσματα τη νύχτα των εκλογών.
Οι επιτροπές τόσο της Γερουσίας όσο και της Βουλής έχουν ανακριτικές εξουσίες, τις οποίες μπορούν να αξιοποιήσουν για να εξετάσουν καταγγελίες περί σύγκρουσης συμφερόντων και άλλες ενέργειες του προέδρου και του στενού του περιβάλλοντος. Την Τρίτη ο Γκαρσία απαρίθμησε πιθανούς στόχους: την οικογένεια του Τραμπ, τη «εταιρική διαφθορά», καταγγελλόμενες καταχρήσεις από το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας και την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE), καθώς και τον χειρισμό των φακέλων Επστάιν από την κυβέρνηση.
Η Γερουσία έχει επίσης την εξουσία να επικυρώνει ή να μπλοκάρει τους υποψηφίους του προέδρου για το υπουργικό συμβούλιο και τη δικαστική εξουσία.
Αν, για παράδειγμα, αδειάσει μια θέση στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της θητείας του Τραμπ, οι Δημοκράτες γερουσιαστές θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τη νέα τους ισχύ για να μπλοκάρουν μια υποψηφιότητα ή να αναγκάσουν τον Τραμπ να επιλέξει πιο μετριοπαθή υποψήφιο, που θα έχει διακομματική υποστήριξη.
Η Βουλή έχει επίσης την εξουσία να παραπέμψει έναν πρόεδρο - το πρώτο βήμα της διαδικασίας με την οποία το Κογκρέσο μπορεί να καθαιρέσει έναν αξιωματούχο.
Οι Δημοκρατικοί είχαν παραπέμψει τον Τραμπ δύο φορές κατά την πρώτη του θητεία, αλλά η Γερουσία τον αθώωσε και στις δύο περιπτώσεις. Επειδή για την καταδίκη ενός προέδρου απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία, δηλαδή 67 ψήφοι, η καταδίκη θα παραμείνει πιθανότατα εκτός της εμβέλειάς τους.
Μεταξύ των Δημοκρατικών υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες για το αν η παραπομπή είναι καλή ιδέα. Η πρώτη, το 2019, επέτρεψε στον Τραμπ να παρουσιάσει αργότερα τον εαυτό του ως θύμα πολιτικής δίωξης, κάτι που ενίσχυσε την υποστήριξη της υποψηφιότητάς του για δεύτερη θητεία.
Ο Τζέφρις, που σχεδόν σίγουρα θα πρέπει να δώσει το πράσινο φως για οποιαδήποτε προσπάθεια παραπομπής, κρατά προς το παρόν τα χαρτιά του κλειστά.
«Το έχουμε ξεκαθαρίσει: δεν έχουμε αποκλείσει τίποτα, αλλά ούτε έχουμε δεσμευτεί για τίποτα», δήλωνε στο CNN τον Αύγουστο.
Τι θα δυσκολευτούν να κάνουν οι Δημοκρατικοί
Η δυσπιστία των Αμερικανών απέναντι στο Κογκρέσο ήταν έκδηλη πριν από τις εκλογές: Μόλις το 14% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ενέκρινε την απόδοση των νομοθετών, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup τον Οκτώβριο.
Με Ρεπουμπλικανό, όμως, στον Λευκό Οίκο και Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο, οι Αμερικανοί ενδέχεται να βρεθούν μπροστά σε ένα ακόμη μεγαλύτερο αδιέξοδο.
«Αν νομίζατε ότι η νομοθετική δουλειά ήταν δύσκολη στο προηγούμενο Κογκρέσο, με την ενιαία ρεπουμπλικανική κυριαρχία, τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο περίπλοκα», δήλωσε ο Κέισι Μπέργκατ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσιγκτον.
Με δεδομένο πως θα ελέγχουν και τα δύο σώματα με άνετη πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να περνούν νομοσχέδια από το Κογκρέσο σχετικά εύκολα. Το να γίνουν νόμος, όμως, θα είναι δυσκολότερο.
Ο πρόεδρος πρέπει να υπογράψει τα περισσότερα νομοσχέδια για να τεθούν σε ισχύ. Ο Τραμπ μπορεί να απορρίψει όσα νομοσχέδια εγκρίνει το Κογκρέσο και δεν υποστηρίζει, και το Κογκρέσο μπορεί να ακυρώσει το βέτο του μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, όρια που οι Δημοκρατικοί μόνοι τους δεν θα έχουν, παρά την επιτυχία της Τρίτης.
Καθώς το κόμμα του έχανε τη μία έδρα της Γερουσίας μετά την άλλη τη νύχτα της Τρίτης, ο Τραμπ υιοθέτησε συμφιλιωτικό τόνο στους New York Times.
«Θα συνεργαστούμε με τους Δημοκρατικούς και, ξέρετε, ανυπομονούμε να συνεργαστούμε μαζί τους. Μάλλον θα καταλήξουμε κάπου», είπε.
Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, ο Τραμπ ανήρτησε στο Truth Social μια φωτογραφία του κόκκινου προεκλογικού του καπέλου με τη λέξη «VETO» τυπωμένη στο μέτωπο. Μια τέτοια στάση, στα πρότυπα... του Δόκτορος Τζέκιλ και του κυρίου Χάιντ, μπορεί να γίνει επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Το κενό μεταξύ απόρριψης του Τραμπ και υποστήριξης των Δημοκρατικών
Ακριβώς επειδή η επιτυχία των Δημοκρατικών βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αντίθεση στις πολιτικές του Τραμπ, οι βουλευτές παραδέχθηκαν τη Τρίτη το βράδυ ότι αυτό δεν αρκεί.
«Πρόκειται για μια συνολική απόρριψη του Ντόναλντ Τραμπ, της ατζέντας και των πολιτικών του», δήλωσε ο Κουνς στο BBC. «Αν όμως υπερβούμε τα όρια ή αναλωθούμε στο να διαφωνούμε υπερβολικά μεταξύ μας, μπορεί να χάσουμε αυτή την ευκαιρία».
Παρά την απειλή του βέτο, ο Τζέφρις έχει δηλώσει ότι το κόμμα του θέλει να αποκαταστήσει τις μεγάλες περικοπές των Ρεπουμπλικάνων σε προγράμματα υγείας, όπως το Medicaid, που απευθύνεται σε χαμηλά εισοδήματα, και η αγορά ασφαλίσεων του Obamacare.
«Δεσμευόμαστε, ως κορυφαία προτεραιότητα των Δημοκρατικών στη Βουλή, να ανατρέψουμε τις περικοπές στο Medicaid και να παρατείνουμε τις φορολογικές πιστώσεις του νόμου για την Προσιτή Περίθαλψη (ACA)», τόνιζε ο Τζέφρις σε εκδήλωση για εργαζομένους στον χώρο της υγείας τον Σεπτέμβριο.
Σε θέματα που συνήθως συγκεντρώνουν διακομματική στήριξη, όπως οι πολιτικές για το κόστος ζωής, η ρύθμιση του κλάδου της τεχνητής νοημοσύνης, η επανεξέταση της στρατιωτικής χρηματοδότησης του Ισραήλ και ο περιορισμός του πολέμου με το Ιράν, οι συζητήσεις μπορεί να εκτροχιαστούν καθώς οι βουλευτές θα προσπαθούν να βρουν συμβιβασμούς. Με δεδομένο πως θα κάνουν αντιπολίτευση ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028, οι Ρεπουμπλικάνοι ίσως δεν έχουν διάθεση να βοηθήσουν τους Δημοκρατικούς να σημειώσουν πολλές νίκες.
Ρωγμές μπορεί επίσης να εμφανιστούν και μέσα στους ίδιους τους Δημοκρατικούς, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν το Ισραήλ, κάνοντας δύσκολη τη συναίνεση στο κόμμα. Κατά τη διάρκεια των ενδιάμεσων εκλογών προέκυψε ρήξη στο Δημοκρατικό Κόμμα για τη συνέχιση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Εκλεγμένοι γερουσιαστές όπως ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ του Μίσιγκαν, αλλά και ορισμένα νέα μέλη της Βουλής, δήλωσαν κατά την προεκλογική περίοδο ότι θα ψηφίσουν νομοθεσία για τον περιορισμό της βοήθειας προς το Ισραήλ. Οι Δημοκρατικοί αυτοί μπορεί να συγκρουστούν ακόμη και με τη δική τους ηγεσία.
Υπάρχει, παράλληλα, και το ζήτημα του περιορισμού της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ, που μπορεί να αποδειχθεί δύσκολο παρά την πλειοψηφία των Δημοκρατικών.
Ήδη πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, το Κογκρέσο είχε δει διακομματικές προσπάθειες για να περιοριστεί η δυνατότητα του Τραμπ να συνεχίσει τον πόλεμο με το Ιράν. Παρότι ορισμένα από αυτά τα μέτρα πέρασαν από το ένα ή και από τα δύο σώματα, το Κογκρέσο δεν κατάφερε να τα επιβάλει. Συγκεκριμένα, τόσο η Βουλή όσο και η Γερουσία ενέκριναν τον Ιούνιο ψήφισμα για τον τερματισμό των εχθροπραξιών με το Ιράν, για το οποίο ο Τραμπ δεν είχε τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο, αλλά το οποίο ουσιαστικά έχει αγνοήσει.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι ο Τραμπ έχει ευρείες εξουσίες να συνεχίσει τον πόλεμο. Το κατά πόσο το Κογκρέσο μπορεί να τον εξαναγκάσει να υποχωρήσει παραμαμένει ένα «ανοιχτό νομικό ερώτημα», δήλωσε ο Σκοτ Άντερσον, ανώτερος ερευνητής στο τμήμα μελετών διακυβέρνησης του Ινστιτούτου Brookings.
«Το Κογκρέσο μπορεί να προσπαθήσει να το λύσει δικαστικά και να αναγκάσει τα δικαστήρια να δώσουν την απάντηση».































