Με την εκλογική διαδικασία να βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη στο Ισραήλ, έρευνα της Haaretz αναδεικνύει την κυριαρχία του Μπενιαμίν Νετανιάχου στις ροές περιεχομένου του Facebook, του Instagram και του TikTok. Σύμφωνα με την εφημερίδα, ο πρωθυπουργός εμφανιζόταν συστηματικά ακόμη και σε χρήστες που δεν τον ακολουθούσαν, δεν αλληλεπιδρούσαν με τις αναρτήσεις του ή δεν εκδήλωναν ενδιαφέρον για την πολιτική.
Για τις ανάγκες της έρευνας, η Haaretz δημιούργησε έξι φανταστικά προφίλ που αντιπροσώπευαν διαφορετικούς Ισραηλινούς και παρακολούθησε επί τέσσερις μήνες το περιεχόμενο που τους εμφάνιζαν οι πλατφόρμες. Στις ροές τους προβλήθηκαν σχεδόν 85.000 αναρτήσεις και βίντεο διαφορετικής θεματολογίας.
Από τις χιλιάδες αναρτήσεις που αναφέρονταν σε κάποιον πολιτικό, οι μισές αφορούσαν τον Νετανιάχου. Οι υπόλοιπες μοιράζονταν μεταξύ όλων των άλλων αρχηγών κομμάτων. Παρότι κάθε προφίλ έβλεπε μια διαφορετική εκδοχή της επικαιρότητας, ο ίδιος πολιτικός πρωταγωνιστούσε παντού.
Η παρουσία του ξεπερνούσε τα όρια των πολιτικών στρατοπέδων. Δύο προφίλ νεαρών γυναικών, τα οποία οι πλατφόρμες είχαν αναγνωρίσει ως προσκείμενα στο αντίπαλο πολιτικό μπλοκ, έβλεπαν καθημερινά κατά μέσο όρο διπλάσιες αναρτήσεις για τον Νετανιάχου από όσες για τον Γκάντι Άιζενκοτ.
Ακόμη εντονότερη ήταν η διαφορά στις αναρτήσεις που εμφανίζονταν με ρητή ένδειξη σύστασης από τις πλατφόρμες. Σύμφωνα με τη Haaretz, οι συστάσεις περιεχομένου για τον Νετανιάχου ήταν τριπλάσιες από εκείνες για τον Άιζενκοτ και περισσότερες από όσες αφορούσαν συνολικά τους επτά αρχηγούς του αντίπαλου μπλοκ. Στη δεύτερη θέση των πολιτικών που προτείνονταν συχνότερα βρισκόταν ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
Η έρευνα κατέγραψε επίσης ότι, για κάθε ανάρτηση από τον επίσημο λογαριασμό του Νετανιάχου, οι αλγόριθμοι εμφάνιζαν άλλες οκτώ αναρτήσεις για εκείνον από σελίδες που τα προφίλ δεν ακολουθούσαν. Για τον Άιζενκοτ, η αντίστοιχη αναλογία περιοριζόταν στο 1,5 προς μία.
Η συμβολή των υποστηρικτικών μέσων
Το 90% του περιεχομένου για τον Νετανιάχου προερχόταν από λογαριασμούς μέσων ενημέρωσης, σελίδες αναδημοσίευσης ειδήσεων, influencers και άλλους πολιτικούς. Οι επίσημες σελίδες του πρωθυπουργού και του Λικούντ αντιπροσώπευαν μόλις το 10%.
Αντίθετα, τουλάχιστον το ένα τρίτο των αναρτήσεων για τον Άιζενκοτ, τον Ναφτάλι Μπένετ και τον Αβίγκντορ Λίμπερμαν προερχόταν από τους δικούς τους επίσημους λογαριασμούς ή εκείνους των κομμάτων τους.
Η εφημερίδα αναγνωρίζει ότι μέρος της διαφοράς μπορεί να εξηγείται από την αυξημένη ειδησεογραφική κάλυψη που εξασφαλίζει η θέση του εν ενεργεία πρωθυπουργού. Ωστόσο, εντοπίζει σημαντικό ρόλο και σε ένα δίκτυο υποστηρικτικών μέσων και σελίδων.
Εξετάζοντας ειδικά αυτές τις σελίδες, η Haaretz διαπίστωσε ότι τρία μέσα —το Κανάλι 14, το «Ειδήσεις 04» και η δωρεάν εβδομαδιαία έκδοση «Olam Katan»— παρείχαν το μισό της προβολής που λάμβανε ο Νετανιάχου μέσω του υποστηρικτικού δικτύου. Και τα τρία, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ανήκουν στον επιχειρηματία Γιτζχάκ Μιριλασβίλι.
Οι δεξιές ενημερωτικές σελίδες έφθαναν αποτελεσματικότερα στα ανδρικά προφίλ της έρευνας. Στα γυναικεία, η παρουσία του Νετανιάχου ενισχυόταν κυρίως μέσω αναρτήσεων πολιτικών αντιπάλων του ή σελίδων του αντίπαλου στρατοπέδου.
Προβολή ακόμη και χωρίς πληρωμένες διαφημίσεις
Η κυριαρχία του είχε καταγραφεί πριν το Λικούντ αρχίσει να δαπανά χρήματα για πληρωμένη προώθηση. Στις αρχές Αυγούστου, όταν ο Άιζενκοτ είχε επενδύσει 100.000 σέκελ σε διαφημίσεις και το Λικούντ δεν είχε αντίστοιχη δαπάνη, ο Νετανιάχου εμφανιζόταν στις ροές διπλάσιες φορές.
Δύο μήνες αργότερα, όταν οι δαπάνες του Λικούντ για διαφημίσεις στο Facebook και στο Instagram πλησίασαν τις 700.000 σέκελ, το μερίδιο του Νετανιάχου στο συνολικό πολιτικό περιεχόμενο παρέμενε σχεδόν αμετάβλητο, περίπου στο 50%.
Η παρουσία του δεν περιοριζόταν στην ποσότητα. Σύμφωνα με τη Haaretz, υποστηρικτικές σελίδες ήταν σε αρκετές περιπτώσεις οι πρώτες που παρουσίαζαν ένα γεγονός στα προφίλ της έρευνας, διαμορφώνοντας και το αρχικό πλαίσιο ερμηνείας του.
Χαρακτηριστική ήταν η κάλυψη της δίκης του: περισσότερες από τις μισές σχετικές αναρτήσεις που εμφανίστηκαν στα έξι προφίλ, ακόμη και σε εκείνα που είχαν ταξινομηθεί στο αντίπαλο στρατόπεδο, παρουσίαζαν θέσεις που εξυπηρετούσαν τον πρωθυπουργό.
Όταν η κριτική ενισχύει την παρουσία
Η Τεχίλα Σβαρτς Αλτσούλερ, επικεφαλής του προγράμματος για τη Δημοκρατία στην Εποχή της Πληροφορίας στο Ισραηλινό Ινστιτούτο Δημοκρατίας, εξηγεί στη Haaretz ότι η έντονη αντίθεση προς έναν πολιτικό μπορεί να αυξάνει την προβολή του, καθώς προκαλεί αντιδράσεις, σχόλια και κοινοποιήσεις.
Οι αντίπαλοι του Νετανιάχου, επισημαίνει, χρειάζεται να μιλούν για εκείνον προκειμένου να του ασκήσουν κριτική. Κάθε τέτοια αναφορά, όμως, μπορεί να ενισχύει την κεντρική του θέση, επειδή τα συστήματα συστάσεων επιβραβεύουν την αλληλεπίδραση χωρίς να διαχωρίζουν την υποστήριξη από την αποδοκιμασία.
Η ίδια διευκρινίζει ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν πως οι πλατφόρμες στο Ισραήλ μεροληπτούν υπέρ του Νετανιάχου. Αναδεικνύουν, ωστόσο, τη δύναμη των ιδιωτικών εταιρειών να διαμορφώνουν την πολιτική ατζέντα και τις απόψεις του κοινού — μια δύναμη που, όπως τονίζει, απαιτεί διαφάνεια και έλεγχο, ιδιαίτερα κατά την εκλογική περίοδο.































