Βαριές σκιές στον τρόπο με τον οποίο έκλεισε η έρευνα για το κυπριακό σκάνδαλο των υποκλοπών ρίχνει η σημερινή παρέμβαση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς της Κύπρου.
Η Αρχή έρχεται ουσιαστικά σε σύγκρουση με όσα δήλωσε μόλις χθες ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης και αποκαλύπτει κάτι πολύ σημαντικό: η έρευνα που ετοίμαζε δεν αφορούσε μόνο την παλιά υπόθεση του περιβόητου «μαύρου βαν», αλλά είχε φτάσει μέχρι τον ίδιο τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Κύπρου, Σάββα Αγγελίδη.
Η κυπριακή υπόθεση και η σύνδεση με την Ελλάδα
Η υπόθεση έχει άμεσο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα. Πρόσωπα και εταιρείες που εμφανίστηκαν στην κυπριακή υπόθεση των παρακολουθήσεων βρέθηκαν αργότερα και στην ελληνική υπόθεση των υποκλοπών. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Ισραηλινός επιχειρηματίας Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος συνδέθηκε με το «μαύρο βαν» στην Κύπρο και στη συνέχεια βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας στην Ελλάδα, όπου και καταδικάστηκε.
Για να γίνει κατανοητό γιατί η σημερινή ανακοίνωση προκαλεί τόσο σοβαρά ερωτήματα, πρέπει πρώτα να εξηγηθεί ποιος είναι ο Σάββας Αγγελίδης και γιατί είχε μπει στο μικροσκόπιο.
Γιατί ερευνήθηκε ο ρόλος του Σάββα Αγγελίδη
Ο Αγγελίδης είναι Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Κύπρου. Με απλά λόγια, βρίσκεται στην κορυφή της ίδιας της Νομικής Υπηρεσίας που είχε χειριστεί την ποινική πλευρά της υπόθεσης του «μαύρου βαν». Την ίδια ώρα, δύο δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, το 2021 και το 2023, είχαν θέσει ερωτήματα για πιθανό ασυμβίβαστο που τον αφορούσε.
Η πρώτη περίπτωση περνά μέσα από τον αδελφό του, Μιχάλη Αγγελίδη. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο Μιχάλης Αγγελίδης είχε υπάρξει επιχειρηματικός συνέταιρος του Ισραηλινού Αβραάμ Σαχάκ Άβνι. Ο Άβνι δραστηριοποιούνταν στον χώρο των τεχνολογιών παρακολούθησης και ήταν συνεργάτης του Ταλ Ντίλιαν στην Κύπρο.
Το ερώτημα ήταν απλό: μπορούσε ο Σάββας Αγγελίδης, από τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, να αποφασίζει για το αν θα διωχθεί ποινικά ο Άβνι, όταν ο Άβνι είχε επιχειρηματική σχέση με τον αδελφό του;
Υπήρχε και δεύτερη υπόθεση. Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα, εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών που είχε σύμβαση με δικηγορικό γραφείο, του οποίου συνιδρυτής είχε υπάρξει ο Σάββας Αγγελίδης, είχε συνεργαστεί με εταιρείες του χώρου των παρακολουθήσεων.
Οι αποκαλύψεις αυτές δεν αποδεικνύουν ότι ο Αγγελίδης διέπραξε κάποιο αδίκημα ούτε ότι υπήρξε πράγματι σύγκρουση συμφερόντων. Έθεταν, όμως, δύο συγκεκριμένα ζητήματα ενδεχόμενου ασυμβίβαστου που έχρηζαν διερεύνησης. Και αυτά ακριβώς τα ζητήματα, σύμφωνα με όσα λέει σήμερα η Αρχή κατά της Διαφθοράς, σκόπευε να ερευνήσει.
Η έρευνα που έφτασε μέχρι τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα
Εδώ αρχίζει το κρίσιμο κομμάτι της ιστορίας.
Η Αρχή αναφέρει ότι είχε αποφασίσει από μόνη της να ανοίξει το πεδίο της έρευνας και να εξετάσει «όλες τις πτυχές» της υπόθεσης του «μαύρου βαν». Στις 16 Ιουλίου 2026 έστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα ενημερώνοντάς τον για την πρόθεσή της.
Χρειάζονταν, όμως, περισσότερες διευκρινίσεις για το τι ακριβώς θα ερευνούσε. Έτσι, στις 29 Ιουλίου έγινε συνάντηση στα γραφεία της Νομικής Υπηρεσίας.
Από τη μία πλευρά κάθονταν ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης και άλλα δύο στελέχη της Νομικής Υπηρεσίας. Από την άλλη βρίσκονταν ο Επίτροπος Διαφάνειας, ένα μέλος της Αρχής κατά της Διαφθοράς και μία νομική συνεργάτιδα.
Και εκεί, σύμφωνα με τη σημερινή ανακοίνωση της Αρχής, έγινε απολύτως καθαρό ότι η έρευνα θα αφορούσε και τον ίδιο τον Σάββα Αγγελίδη.
Μάλιστα, όταν αυτό έγινε σαφές, ο Αγγελίδης αποχώρησε από τη συνάντηση, θεωρώντας σωστό να μην παραμείνει σε μια συζήτηση για έρευνα που θα αφορούσε και τον ίδιο.
Η Αρχή το λέει ξεκάθαρα: «Από εκείνη τουλάχιστον τη στιγμή, εάν όχι και προηγουμένως», η Νομική Υπηρεσία γνώριζε ότι η έρευνα θα περιλάμβανε τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα.
Μία ημέρα μετά, η έρευνα σταμάτησε
Μόλις μία ημέρα μετά τη συνάντηση, στις 30 Ιουλίου, ο Γενικός Εισαγγελέας έστειλε επιστολή στην Αρχή και την ενημέρωσε ότι όσα ήθελε να ερευνήσει είχαν ήδη διερευνηθεί.
Για την Αρχή, μετά τη συζήτηση που είχε γίνει την προηγουμένη, αυτό μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: ότι είχε ήδη ερευνηθεί και το ζήτημα που αφορούσε τον Σάββα Αγγελίδη.
Η ίδια χρησιμοποιεί σήμερα τη φράση ότι «εύλογα δημιουργούσε την εντύπωση» πως και αυτό το θέμα είχε ήδη εξεταστεί.
Τώρα, όμως, ξεκαθαρίζει ότι δεν ήταν έτσι.
Η λεπτομέρεια αυτή είναι κρίσιμη, επειδή η κυπριακή νομοθεσία δεν επιτρέπει στην Αρχή κατά της Διαφθοράς να ξανανοίξει μια υπόθεση διαφθοράς που έχει ήδη διερευνηθεί από άλλες αρμόδιες Αρχές. Έτσι, αφού ο Γενικός Εισαγγελέας την ενημέρωσε ότι τα θέματα είχαν ήδη ερευνηθεί, η Αρχή σταμάτησε τη δική της έρευνα και στις 8 Σεπτεμβρίου τον ενημέρωσε επίσημα για την απόφασή της.
Ο Γενικός Εισαγγελέας δίνει διαφορετική εκδοχή. Ο Γιώργος Σαββίδης δήλωσε χθες ότι στην αρχική επιστολή που είχε λάβει στις 16 Ιουλίου η Αρχή περιέγραφε «πολύ συγκεκριμένες πτυχές» που ήθελε να εξετάσει και ότι αυτές «δεν αφορούσαν στον χειρισμό της υπόθεσης από τη Νομική Υπηρεσία».
Κατά τον ίδιο, όταν απάντησε στις 30 Ιουλίου, είπε ότι «όλες ανεξαιρέτως» οι πτυχές που αναφέρονταν σε εκείνη την επιστολή είχαν ήδη ερευνηθεί από την Αστυνομία και από ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή.
Άρα οι δύο πλευρές μιλούν ουσιαστικά για δύο διαφορετικά πράγματα. Ο Γενικός Εισαγγελέας επιμένει στο τι έγραφε η πρώτη επιστολή της 16ης Ιουλίου. Η Αρχή απαντά ότι στη συνάντηση που έγινε στις 29 Ιουλίου είχε ξεκαθαρίσει πως ήθελε να ερευνήσει και τον Αγγελίδη. Και το θεωρεί τόσο σαφές, ώστε υπενθυμίζει ότι ο ίδιος ο Αγγελίδης αποχώρησε από τη συνάντηση μόλις έγινε αντιληπτό ότι η έρευνα θα τον αφορούσε.
Υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα που δύσκολα προσπερνά κανείς. Οι δύο υποθέσεις πιθανού ασυμβίβαστου του Αγγελίδη δημοσιοποιήθηκαν το 2021 και το 2023, ενώ η αρχική ποινική έρευνα για το «μαύρο βαν» είχε ολοκληρωθεί νωρίτερα. Επομένως τίθεται το ερώτημα πώς θα μπορούσαν αυτά τα μεταγενέστερα ζητήματα να έχουν ήδη εξεταστεί στο πλαίσιο εκείνης της παλαιότερης έρευνας.
Οι δηλώσεις Ντίλιαν
Το «μαύρο βαν» είχε γίνει το σύμβολο του κυπριακού σκανδάλου των παρακολουθήσεων, φέρνοντας στο προσκήνιο εταιρείες και επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνταν στην ανάπτυξη και εμπορία προηγμένων τεχνολογιών επιτήρησης. Κεντρικό πρόσωπο ήταν ο Ταλ Ντίλιαν, ενώ η αρχική ποινική υπόθεση στην Κύπρο ολοκληρώθηκε με την καταδίκη της WiSpear, της εταιρείας στην οποία ανήκε το όχημα.
Μόλις χθες, μετά την ανακοίνωση του τερματισμού της νέας έρευνας, ο Ντίλιαν έσπευσε να παρουσιάσει την εξέλιξη ως δικαίωσή του. Χαρακτήρισε την απόφαση «σημαντική στιγμή ξεκαθαρίσματος» και υποστήριξε ότι οι καταγγελίες είχαν διερευνηθεί εις βάθος στην Κύπρο πριν από πέντε έως έξι χρόνια.
Χαιρέτισε τον «επαγγελματισμό και την ανεξαρτησία των κυπριακών αρχών» και έστρεψε ευθέως τα πυρά του προς την Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξη θα απογοήτευε όσους επιχείρησαν να συνδέσουν τις δύο υποθέσεις «βασιζόμενοι σε ένα αφήγημα και όχι στα πραγματικά περιστατικά».
«Η επανάληψη δεν συνιστά απόδειξη, και οι πολιτικές ή επικοινωνιακές πιέσεις δεν μπορούν να μεταβάλουν τα πραγματικά δεδομένα», ανέφερε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι οι διαδικασίες στην Ελλάδα θα οδηγήσουν στην αποκατάσταση της φήμης του. Για τον ίδιο, ο τερματισμός της κυπριακής έρευνας αποτελούσε ένα «σημαντικό πρώτο βήμα» για να καταλαγιάσει ο «θόρυβος».
Λίγες ώρες όμως μετά τις δηλώσεις του Ντίλιαν, η ίδια η Αρχή που έκλεισε την έρευνα περιέγραψε μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα: ότι συγκέντρωνε υλικό επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι είχε αποφασίσει να διερευνήσει όλες τις πτυχές του «μαύρου βαν» και ότι είχε καταστήσει σαφές στη Νομική Υπηρεσία πως η έρευνα έφτανε μέχρι τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Παρ’ όλα αυτά δεν της επετράπη να προχωρήσει στην έρευνα.
Τα νέα δεδομένα ρίχνουν, βαριά σκιά στον τρόπο με τον οποίο έκλεισε η έρευνα που είχε φτάσει να αγγίζει την κορυφή της ίδιας της κυπριακής Νομικής Υπηρεσίας. Και στο σημείο αυτό η κυπριακή υπόθεση μοιάζει πάρα πολύ με την ελληνική, στη διάσταση του ρόλου που έχει παίξει μέχρι τώρα η εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ώστε να μη βγει υπόθεση απ’ το αρχείο στο σκέλος που αφορά στο ρόλο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.





























