Μια εξέλιξη με ιδιαίτερο συμβολισμό και ουσιαστική σημασία για την ελληνική οικονομία σηματοδοτεί η σημερινή ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026. Για πρώτη φορά μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους, η Ελλάδα παύει να βρίσκεται στη λίστα των χωρών που αντιμετωπίζουν Μακροοικονομικές Ανισορροπίες (Macroeconomic Imbalances), καθώς η Κομισιόν διαπιστώνει ότι οι σχετικές ευπάθειες έχουν πλέον υποχωρήσει σε βαθμό που δεν απαιτείται ειδική παρακολούθηση.
Η απόφαση αυτή αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό ορόσημο στην πορεία της χώρας προς την οικονομική κανονικότητα. Μετά τη δεκαετία των μνημονίων την περίοδο 2010-2018, το καθεστώς Ενισχυμένης Εποπτείας που ακολούθησε έως το 2022, αλλά και την πολυετή παραμονή της Ελλάδας στις κατηγορίες των Υπερβολικών Μακροοικονομικών Ανισορροπιών και στη συνέχεια των Μακροοικονομικών Ανισορροπιών, η χώρα επιστρέφει πλέον πλήρως στο ευρωπαϊκό πλαίσιο χωρίς ειδικές επισημάνσεις για συστημικούς κινδύνους.
Η σημασία της εξέλιξης καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία δέκα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Σύμφωνα με την αξιολόγηση της Επιτροπής, η πρόοδος της Ελλάδας αντανακλά όχι μόνο τη θεαματική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αλλά και τη σημαντική υποχώρηση των εξωτερικών ανισορροπιών και των διαρθρωτικών αδυναμιών που επί σειρά ετών επιβάρυναν την οικονομία.
Στην έκθεσή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτύχει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, επισημαίνοντας ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με το δημόσιο και το εξωτερικό χρέος έχουν μειωθεί αισθητά. Όπως σημειώνεται, η σταθερή οικονομική ανάπτυξη, η διατήρηση δημοσιονομικών πλεονασμάτων, η ενίσχυση των τραπεζικών ισολογισμών και η συνεπής εφαρμογή μεταρρυθμίσεων συνέβαλαν καθοριστικά στη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών της οικονομίας.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το δημόσιο χρέος ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία, οι εξωτερικές ανισορροπίες έχουν περιοριστεί, οι τράπεζες έχουν βελτιώσει σημαντικά τη χρηματοοικονομική τους θέση και η αγορά εργασίας παρουσιάζει περαιτέρω πρόοδο. Παράλληλα, αναγνωρίζεται η εφαρμογή ενός ευρέος μεταρρυθμιστικού προγράμματος που αφορά το επιχειρηματικό περιβάλλον, την αγορά εργασίας και τη φορολογική διοίκηση.
Παρά το αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία διατήρησε ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης. Το 2025 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1%, ενώ σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 1,8% το 2026, ποσοστό διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που εκτιμάται στο 0,9%.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη δημοσιονομική επίδοση της χώρας. Η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης ύψους 1,7% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 1,3% το 2024. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το αποτέλεσμα αυτό επιτεύχθηκε χάρη στη συγκράτηση των τρεχουσών δαπανών, τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους και την αυξημένη απόδοση των φορολογικών εσόδων. Μάλιστα, η επίδοση αυτή καταγράφηκε παράλληλα με μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, αυξήσεις μισθών στο Δημόσιο και στοχευμένα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών.
Η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους συνεχίζεται με ταχείς ρυθμούς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει από 154,2% το 2024 σε 146,1% το 2025, σε 140,7% το 2026 και σε 134,4% το 2027. Μέσα σε μόλις τρία χρόνια, η συνολική μείωση αναμένεται να προσεγγίσει τις 20 ποσοστιαίες μονάδες, εξέλιξη που αποδίδεται στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη και στη διατήρηση πλεονασματικών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων.
Σημαντική θέση στην έκθεση καταλαμβάνει και η πρόοδος που έχει σημειωθεί στον τομέα των μεταρρυθμίσεων και του ψηφιακού μετασχηματισμού. Η Επιτροπή αναφέρεται ειδικά στην ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και των τελωνειακών ελέγχων, στην ανάπτυξη νέων ψηφιακών εργαλείων συμμόρφωσης, στη σημαντική μείωση του κενού ΦΠΑ και στη συνολική βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Παράλληλα, επισημαίνεται η πρόοδος στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, με το μισθολογικό κόστος του Δημοσίου να διαμορφώνεται στο 10,2% του ΑΕΠ το 2025, πολύ κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θετική είναι η αξιολόγηση και για την υλοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η εφαρμογή των προγραμμάτων Πολιτικής Συνοχής εξελίσσεται στην Ελλάδα με ταχύτερους ρυθμούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τόσο ως προς την επιλογή έργων όσο και ως προς τις πληρωμές. Παράλληλα, αναγνωρίζεται η καθοριστική συμβολή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στην προώθηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Στο μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε νέα πρωτοβουλία για τη χρηματοδότηση επενδύσεων που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και μειώνουν την εξάρτηση από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Η πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα επέκτασης της υφιστάμενης Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής, με ειδικό ετήσιο όριο 0,3% του ΑΕΠ για την περίοδο 2026-2028 και συνολικό όριο 0,6% του ΑΕΠ για επενδύσεις ενεργειακής ανθεκτικότητας. Η πρωτοβουλία δημιουργεί πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για στρατηγικές επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές και η ανθεκτικότητα της οικονομίας.






























