Την διαδικασία ιδιωτικοποίησης των λειτουργιών ασφαλείας των αεροδρομίων των ΗΠΑ, που διαχειρίζεται η υπηρεσία ασφάλεας μεταφορών (TSA), εισήγαγε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
Ο προϋπολογισμός του Λευκού Οίκου προτείνει μείωση του προϋπολογισμού της TSA κατά 52 εκατομμύρια δολάρια και ζητά από μικρά αεροδρόμια να εγγραφούν σε ένα πρόγραμμα στο οποίο η TSA πληρώνει για ιδιώτες στον τομέα ελέγχων στα αεροδρόμια. Η TSA είναι η ομοσπονδιακή υπηρεσία που συστάθηκε μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Η Υπηρεσία Ασφάλειας Μεταφορών (TSA) απασχολεί περίπου 50.000 ομοσπονδιακούς υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν την ευθύνη των ελέγχων στα περισσότερα αεροδρόμια των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με τα έγγραφα του προϋπολογισμού της αμερικανικής προεδρίας για το 2027, τα αεροδρόμια που συμμετέχουν ήδη στο σχετικό πρόγραμμα εμφανίζουν χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με το μοντέλο των καθαρά ομοσπονδιακών ελέγχων.
Το τελευταίο διάστημα, πάντως, μεγάλα αεροδρόμια στις ΗΠΑ αντιμετώπισαν σοβαρές διαταραχές, καθώς εργαζόμενοι της TSA έμειναν απλήρωτοι από τα μέσα Φεβρουαρίου, εξαιτίας εμπλοκής στη χρηματοδότηση που συνδέεται με τη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση για τον προϋπολογισμό.
Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ απομάκρυνε από την πρώτη ημέρα της θητείας του τον επικεφαλής της υπηρεσίας, Ντέιβιντ Πεκόσκε, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει προχωρήσει στον ορισμό διαδόχου.
Υπενθυμίζεται ότι την προηγούμενη χρονιά ο Λευκός Οίκος είχε προτείνει περικοπή 247 εκατομμυρίων δολαρίων στη χρηματοδότηση της TSA, υποστηρίζοντας πως η υπηρεσία δεν έχει ανταποκριθεί επαρκώς σε ελέγχους, ενώ παράλληλα εφαρμόζει πρακτικές που θεωρούνται υπερβολικά παρεμβατικές για την ιδιωτικότητα των πολιτών.
Η συγκεκριμένη πρόταση μεταφραζόταν σε μείωση προσωπικού της τάξης του 3% έως 4%, με σημαντικό μέρος να αφορά εργαζόμενους στους ελέγχους εξόδου, ενώ μικρότερες περικοπές θα κατανέμονταν στο προσωπικό ασφαλείας εκατοντάδων αεροδρομίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι επί προεδρίας Μπάιντεν η TSA είχε ενισχυθεί αριθμητικά, φτάνοντας σχεδόν τους 60.000 εργαζομένους, σε μια προσπάθεια να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση λόγω της ανόδου των αεροπορικών μετακινήσεων. Το 2024 καταγράφηκε ιστορικό ρεκόρ, με 904 εκατομμύρια επιβάτες να περνούν από ελέγχους — αριθμός αυξημένος κατά 5% σε σχέση με το 2023.































