Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέα πρόκληση για τις κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου αναζωπυρώνει τους φόβους για πληθωρισμό και περιπλέκει τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής.
H άνοδος των τιμών της ενέργειας τείνει να μετακυλίεται τόσο στις τιμές καταναλωτή όσο και στις τιμές παραγωγού, ιδίως σε οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή. Αυτό αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να επανεξετάσουν την πορεία των επιτοκίων τους.
Οικονομολόγοι της Nomura σημειώνουν ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση ενισχύει το επιχείρημα υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα από πολλές κεντρικές τράπεζες, καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στον κίνδυνο υψηλότερου πληθωρισμού και στην επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα. Ένα ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να ενισχύσει έναν ήδη επίμονο πληθωρισμό, την ώρα που οι προοπτικές ανάπτυξης επιβαρύνονται από τις εμπορικές εντάσεις και τους αμερικανικούς δασμούς.
Ο αξιωματούχος της ΕΚΤ Πιερ Βουνς τόνισε ότι η τράπεζα δεν θα αντιδράσει βιαστικά σε βραχυπρόθεσμες κινήσεις των τιμών ενέργειας, αλλά θα αξιολογήσει τις εξελίξεις εφόσον η αύξηση αποδειχθεί πιο παρατεταμένη.
Στις ΗΠΑ, η πρώην υπουργός Οικονομικών Τζάνετ Γέλεν προειδοποίησε ότι η σύγκρουση ενδέχεται να πλήξει την οικονομική ανάπτυξη και να αυξήσει τις πληθωριστικές πιέσεις, γεγονός που θα δυσκολέψει τη Fed να προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων. Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε στο 2,4% τον Ιανουάριο, παραμένοντας πάνω από τον στόχο του 2%, ενώ οι δασμοί της κυβέρνησης Τραμπ εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να τον ωθήσουν ακόμη και στο 3%.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι εάν το πέρασμα παραμείνει κλειστό για έξι εβδομάδες και οι τιμές πετρελαίου αυξηθούν από τα 70 στα 85 δολάρια το βαρέλι, ο πληθωρισμός στην περιοχή θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 0,7 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, πολλές κυβερνήσεις ενδέχεται να στραφούν σε δημοσιονομικά μέτρα για να περιορίσουν τις επιπτώσεις στους καταναλωτές, όπως επιδοτήσεις καυσίμων, ελέγχους τιμών και μειώσεις φόρων στην ενέργεια. Ωστόσο, τέτοιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να επιβαρύνουν περαιτέρω τους ήδη πιεσμένους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Όπως σημειώνουν αναλυτές, οι κυβερνήσεις βρίσκονται μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή: να αποδεχθούν υψηλότερο πληθωρισμό ή να επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά τους για να προστατεύσουν τους πολίτες από το ενεργειακό σοκ.






























