Κατά τη συνάντησή του με τον γερμανό καγκελάριο, ο πρόεδρος Τραμπ αποφάσισε να απαντήσει δημόσια για πρώτη φορά σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με τον πόλεμό του στο Ιράν.
Μία από τις πρώτες ερωτήσεις που δέχθηκε ήταν η εξής: ποιο θεωρεί ότι είναι το χειρότερο δυνατό σενάριο για το Ιράν;
«Υποθέτω ότι το χειρότερο σενάριο θα ήταν να το κάνουμε όλο αυτό και να αναλάβει κάποιος που είναι εξίσου κακός με τον προηγούμενο», είπε.
«Θα μπορούσε να συμβεί; Δεν θέλουμε να συμβεί. Πιθανότατα αυτό θα ήταν το χειρότερο: να περάσεις όλα αυτά και μετά, σε πέντε χρόνια, να συνειδητοποιήσεις ότι έβαλες κάποιον που δεν είναι καλύτερος».
Πράγματι, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί.
Την Τρίτη ο αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε αμετακίνητος σχετικά με τον νέο πόλεμο που ξεκίνησε στη Μέση Ανατολή. Επέμεινε ότι ήταν αναγκαίος και μίλησε για όλους τους ανθρώπους που, όπως είπε, τον ευχαριστούν από τότε που τον ξεκίνησε. Όπως αναγνώρισε, ωστόσο, με περισσότερους από έναν τρόπους, δεν είναι και τόσο βέβαιος για το πού μπορεί να καταλήξει όλο αυτό.
Ο Τραμπ μπορεί να περιγράψει το «χειρότερο σενάριο», αλλά δεν φάνηκε να μπορεί να περιγράψει το καλύτερο σενάριο. Όταν ρωτήθηκε ποιον θα ήθελε να κυβερνήσει το Ιράν, ο Τραμπ απάντησε ωμά: «Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που είχαμε στο μυαλό μας είναι νεκροί».
«Τώρα έχουμε μια άλλη ομάδα», συνέχισε. «Μπορεί να είναι και αυτοί νεκροί, σύμφωνα με τις αναφορές. Οπότε υποθέτω ότι έρχεται ένα τρίτο κύμα. Πολύ σύντομα δεν θα γνωρίζουμε κανέναν».
Πρόκειται για μια παραδοχή που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κατευνάσει την αναστάτωση στην Ουάσινγκτον, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει ένα σαφές τελικό σχέδιο.
Ο Τραμπ είπε την Τρίτη ότι πήγε σε πόλεμο επειδή το Ιράν επρόκειτο να επιτεθεί στους γείτονές του και στο Ισραήλ, και ότι πήρε την απόφαση να επιτεθεί για να προλάβει αυτή την ενέργεια. (Αξιωματούχοι με πρόσβαση στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ισχυρίζονται ότι ο Τραμπ έχει υπερβάλει σχετικά με το πόσο άμεση ήταν οποιαδήποτε απειλή του Ιράν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.)
«Είχαμε διαπραγματεύσεις με αυτούς τους τρελούς και η άποψή μου ήταν ότι επρόκειτο να επιτεθούν», ισχυρίστηκε ο Τραμπ. Ενόχληθηκε, μάλιστα, όταν ρωτήθηκε για το αν παρασύρθηκε από το Ισραήλ. «Αν μη τι άλλο», αντέτεινε ο Τραμπ, «εγώ παρέσυρα το Ισραήλ».
Περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί σε πάνω από δέκα χώρες της Μέσης Ανατολής, από όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τις αρχικές τους επιθέσεις. Ο πόλεμος έχει προκαλέσει αναταραχή στις παγκόσμιες αγορές που εντάθηκε την Τρίτη, με τις μετοχές και τα ομόλογα να υποχωρούν και τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου να εκτινάσσονται εξαιτίας επιθέσεων σε εγκαταστάσεις παραγωγής και δεξαμενόπλοια, αλλά και εξαιτίας των απειλών του Ιράν για τα Στενά του Ορμούζ.
Στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ επέδειξε αδιαφορία για την άνοδο των τιμών του πετρελαίου. «Αν έχουμε λίγο υψηλές τιμές πετρελαίου για λίγο καιρό», είπε, «μόλις τελειώσει αυτό, αυτές οι τιμές θα πέσουν». Μέχρι το απόγευμα είχε αναγκαστεί να... αλλάξει γνώμη.
«Αν χρειαστεί, το Ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών θα αρχίσει να συνοδεύει δεξαμενόπλοια μέσω των Στενών του Ορμούζ, το συντομότερο δυνατόν», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Ό,τι κι αν συμβεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διασφαλίσουν την ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΡΟΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ προς τον ΚΟΣΜΟ».
Μετά τη συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο, δύο ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης μίλησαν σε δημοσιογράφους για να συνεχίσουν να υποστηρίζουν την επιχειρηματολογία του προέδρου υπέρ του πολέμου. Σε ένα σημείο, οι αξιωματούχοι ρωτήθηκαν σχετικά με αυτό που ο Τραμπ είχε περιγράψει ως το χειρότερο σενάριο για το Ιράν. Ποιος θα μπορούσε να ηγηθεί αυτού του έθνους των 90 εκατομμυρίων ανθρώπων όταν σταματήσουν οι μάχες, τους ρώτησαν.
Οι αξιωματούχοι είπαν στους δημοσιογράφους να ανατρέξουν ξανά στην απάντηση του προέδρου. Που φυσικά δεν ήταν πραγματικά απάντηση.
Ο γερμανός καγκελάριος μίλησε επίσης σε δημοσιογράφους μετά το τέλος της συνάντησής του με τον Αμερικανό πρόεδρο. «Με ό,τι γνωρίζω και καταλαβαίνω σήμερα», κατέληξε ο Μερτς, «η αμερικανική κυβέρνηση δεν διαθέτει μια σαφώς διατυπωμένη στρατηγική για τη μελλοντική πολιτική ηγεσία αυτής της χώρας».
Πηγή: New York Times
























